Αντωνιάδης, Ευγένιος

Από astronomia.gr
Αναθεώρηση ως προς 21:44, 25 Σεπτεμβρίου 2006 από τον Makris George (Συζήτηση | συνεισφορές)
(διαφορά) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση σε:πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ευγένιος Μιχαήλ Αντωνιάδης (10 Φεβρουαρίου 1870, 1944) ήταν ένας Έλληνας αστρονόμος, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Γαλλία.

Ο Αντωνιάδης υπήρξε μια ηρωική μορφή της επιστήμης, ο πιο σημαντικός παρατηρητής του Άρη στην εποχή του. Σχεδίασε ακριβείς χάρτες του κόκκινου πλανήτη, η απόκλιση των οποίων είναι μικρή σε σχέση με τους σημερινούς. Για τον λόγο αυτό πολλές τοπωνυμίες τις επιφάνειας του Άρη είναι ελληνικές.

Επίσης παρατήρησε την Αφροδίτη καί τον Ερμή. Έκανε τις πρώτες προσπάθειες να χαρτογραφήσει τον Ερμή, όμως οι χάρτες του ήταν εσφαλμένοι λόγω της λανθασμένης αντίληψης ότι ο Ερμής είχε συγχρονισμένη περιστροφή(?) με τον Ήλιο.

Ένας κρατήρας στον Άρη καθώς και ένας κρατήρας στη Σελήνη, πήραν τιμητικά το όνομα του.


Η ζωή και το έργο του

Ο Ευγένιος Αντωνιάδης γεννήθηκε το 1870 στα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης. Η κλίση του για την αστρονομία εκδηλώθηκε πολύ νωρίς, και στα δεκαοχτώ του είχε ήδη παρατηρήσει τους μεγάλους πλανήτες με τηλεσκόπιο 7,5 εκ. από την Κωνσταντινούπολη και την νήσο Πρίγκιπο, στη θάλασσα του Μαρμαρά. Το 1892, εξοπλισμένος με τηλεσκόπιο 10,8 εκ. άρχισε να σχεδιάζει την επιφάνεια του Άρη.

Σε ηλικία 23 ετών πηγαίνει να εργαστεί κοντά στον Camille Flammarion, διάσημο συγγραφέα και εκλαϊκευτή της αστρονομίας στο αστεροσκοπείο του Juvisy. Δεινός σχεδιαστής, ο Αντωνιάδης γρήγορα κερδίζει την αγάπη και τον θαυμασμό του Flammarion. Έναντι του πενιχρού μισθού των 300 φράγκων εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα για λογαριασμό του Γάλλου αστρονόμου, χωρίς το δικαίωμα να δημοσιεύει τις παρατηρήσεις του. Άνδρες με ισχυρή προσωπικότητα και οι δύο, ο Flammarion και ο Αντωνιάδης ήρθαν σε ρήξη. Αν και ο Αντωνιάδης εγκατέλειψε τον Flammarion, ωστόσο συνέχισε να τον αποκαλεί ‘αγαπητό δάσκαλο’ και παρά τις διαφωνίες τους δεν έπαψε να τον υπερασπίζεται.

Συμμετέχοντας ως εκπρόσωπος του Juvisy στην αποστολή της Β.Α.Α (British Astronomy Association) στη βόρεια Νορβηγία το 1896, για την παρατήρηση μιας ολικής έκλειψης ηλίου, ανέπτυξε στενές σχέσεις με τους Άγγλους συναδέλφους του. Τον ίδιο χρόνο του ανατέθηκαν καθήκοντα διευθυντή στο Αρεογραφικό τμήμα (Mars Section) της Β.Α.Α. Στην Αγγλία γνώρισε την Κατερίνα Σεβαστοπούλου, μέλος αργότερα και αυτή της Β.Α.Α, που έμελλε να γίνει γυναίκα του το 1902.

Η περίοδος 1904 – 1907 είναι ένα φωτεινό ιντερλούδιο στη βιογραφία του Έλληνα αστρονόμου. Επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη και με άδεια του ίδιου του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β’ αποτυπώνει τον ναό της Αγίας Σοφίας σε περισσότερες από χίλιες φωτογραφίες και άλλα τόσα σχέδια και υδατογραφίες. Το έργο αυτό (που εκδόθηκε με τον τίτλο Έκφρασις της Αγίας Σοφίας, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, 1907) είναι ισάξιο της λοιπής επιστημονικής του προσφοράς: ίσως μάλιστα ήταν ένα αναγκαίο στάδιο πνευματικής προπαρασκευής για τη μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη που ακολούθησε.

Καταξιωμένος πλέον και ώριμος αστρονόμος, επιστρέφει στο Παρίσι, το 1909 για να παρατηρήσει τον Άρη με το τεράστιο τηλεσκόπιο του Meudon, την περίφημη ‘Grand Lunette’. Στην ευνοϊκή αντίθεση του 1909, ο Άρης βρισκόταν εξαιρετικά κοντά στη Γη και φωτιζόταν ολόκληρος από τον Ήλιο.

Οι παρατηρήσεις του Αντωνιάδη είχαν αρχίσει νωρίτερα με το δικό του τηλεσκόπιο των 21 εκ. Στις 20 Σεπτεμβρίου πετυχαίνει την καλύτερη ως τότε εικόνα της επιφάνειας του πλανήτη. Στο σχέδιο του φαίνεται πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η επιφάνεια του Άρη δεν έχει έντονους γεωμετρικούς σχηματισμούς, αντίθετα είναι γεμάτη με έντονες κηλίδες σε ακανόνιστα σχήματα. Ο Αντωνιάδης έστειλε τα πορίσματα του σε όλους τους μεγάλους αστρονόμους της εποχής, τον Hale, τον Barnard, τον Williams, και φυσικά στον Schiaparelli και τον Lowell.

Ο Ιταλός αστρονόμος Giovanni Schiaparelli, αυθεντία για τον Άρη στα τέλη του 19ου αιώνα, έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τις διώρυγες που ‘είδε’ πάνω στον πλανήτη. Στην ουσία επρόκειτο για διατάξεις σκιερών κηλίδων που φαίνονταν στιγμιαία μόνο, όταν η ατμόσφαιρα ηρεμούσε τελείως. Χρησιμοποίησε για αυτές τις μορφές τον όρο canal (διώρυγα), μολονότι είναι σαφές ότι ο Schiaparelli στην αρχή μιλούσε για φυσικούς σχηματισμούς (χρησιμοποιούσε μάλιστα τον όρο fiume, ποταμός). Κατά την αστρονομική παρατήρηση , οι διώρυγες ήταν ορατές μόνο τμηματικά και όχι ως ενιαίο δίκτυο. Μολονότι αρκετοί αστρονόμοι είχαν αμφισβητήσει την ύπαρξη τους, οι περισσότεροι άρχισαν σιγά σιγά να τις ‘βλέπουν’. Ο Percival Lowell, υπέρμαχος της θεωρίας για την ύπαρξη διωρύγων στον Άρη, επιβάλλεται στο επιστημονικό στερέωμα το 1894. Ο Αντωνιάδης δεν δίστασε να αναμετρηθεί μαζί του. Ο Lowell συνέχισε να παρατηρεί τον Άρη, χωρίς να αλλάξει απόψεις, μέχρι τον θάνατο του το 1916. Παραμένει πάντως το γεγονός ότι σήμερα ο Lowell και ο Schiaparelli είναι πιο γνωστοί από τον Αντωνιάδη, χάρη στις ανύπαρκτες διώρυγες που ‘έβλεπαν’.

Στην αντίθεση του 1911 ο Αντωνιάδης παρατήρησε στον πλανήτη μεγάλες αμμοθύελλες σαν αυτές που διαπίστωσαν οι πρόσφατες αποστολές της NASA. Ο Έλληνας αστρονόμος υποστήριξε ότι τα σύννεφα οφείλονταν σε άμμο και σκόνη που σήκωσαν ξαφνικά οι σφοδροί άνεμοι στη λεπτή και αραιή ατμόσφαιρα. Η ‘Grand Lunette’ του επέτρεψε να κάνει επίσης χρωματικές παρατηρήσεις.

Το βιβλίο του La Planete Mars έρχεται το 1930 να συγκεφαλαιώσει όλες τις μελέτες του Έλληνα αστρονόμου για τον κόκκινο πλανήτη. Ως τις μέρες μας, το έργο αυτό παραμένει η βίβλος της τηλεσκοπικής παρατήρησης του Άρη.

Η πάντοτε εύθραυστη υγεία του Αντωνιάδη επιδεινώθηκε με την πάροδο του χρόνου. Η γερμανική κατοχή στη Γαλλία τον βρήκε άρρωστο και αποθαρρυμένο. Αν και είχε εγκαταλείψει την ενεργό παρατήρηση, το έργο του είχε καταξιωθεί στην επιστημονική κοινότητα..