<?xml version="1.0"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xml:lang="el">
	<id>https://www.astronomia.gr/wiki/api.php?action=feedcontributions&amp;feedformat=atom&amp;user=RAPHAIL</id>
	<title>astronomia.gr - Συνεισφορές χρήστη [el]</title>
	<link rel="self" type="application/atom+xml" href="https://www.astronomia.gr/wiki/api.php?action=feedcontributions&amp;feedformat=atom&amp;user=RAPHAIL"/>
	<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C:%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82/RAPHAIL"/>
	<updated>2026-05-02T05:49:34Z</updated>
	<subtitle>Συνεισφορές χρήστη</subtitle>
	<generator>MediaWiki 1.43.8</generator>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%9C%CE%AD%CE%B3%CE%B1%CF%82_%CE%9A%CF%8D%CF%89%CE%BD&amp;diff=7069</id>
		<title>Μέγας Κύων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%9C%CE%AD%CE%B3%CE%B1%CF%82_%CE%9A%CF%8D%CF%89%CE%BD&amp;diff=7069"/>
		<updated>2009-08-17T12:25:31Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Μέγας Κύων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κύων Μέγας ή Μέγας Κύων (Λατινικά: Canis Major, συντομογραφία: CMa) είναι αστερισμός που σημειώθηκε πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Λέγεται ότι αναπαριστά έναν από τους σκύλους που ακολουθούν τον κυνηγό Ωρίωνα. Ο Μέγας Κύων περιλαμβάνει το Σείριο, το λαμπρότερο αστέρα του νυχτερινού ουρανού, κι αυτός ο αστέρας αποτελεί μέρος του Χειμερινού Τριγώνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Άλφα του Μεγάλου Κυνός, γνωστός και σαν Σείριος, είναι ο λαμπρότερος αστέρας, εάν εξαιρέσουμε τον Ήλιο, για τον παρατηρητή στη Γη. Είναι επίσης ένας από τους πλησιέστερους αστέρες. Το όνομα του αστέρα σημαίνει καυτός, εφόσον ο καλοκαιρινός καύσωνας σημειωνόταν αμέσως μετά την ανατολή του Σείριου κατόπιν συνόδου με τον Ήλιο. Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν τέτοιες καλοκαιρινές μέρες κυνικά καύματα, καθώς μόνο οι κύνες ήταν αρκετά τρελοί για να βγουν έξω στον καύσωνα, μ&#039; αποτέλεσμα ο αστέρας Σείριος να ταυτιστεί με κύνες. Ο αστερισμός έτσι έλαβε την ονομασία Μέγας Κύων. Ο β αστέρας του αστερισμού αυτού είναι γνωστός και ως Μουρζίμ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εξαιτίας της λαμπρής παρουσίας του στο νυχτερινό ουρανό, ο Σείριος έκανε από νωρίς εντύπωση στους πρώτους αστρονόμους και αποτέλεσε κομμάτι της κουλτούρας αρκετών λαών, ιδιαίτερα των Αρχαίων Αιγυπτίων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Αξιοσημείωτα αντικείμενα του μακρινού ουρανού&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σ&#039; αυτήν την περιοχή του ουρανού δεν υπάρχουν πολλά λαμπρά αντικείμενα του μακρινού ουρανού. Το μόνο αντικείμενο του καταλόγου του Messier στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός είναι το Μ41 (NGC 2287), ανοιχτό σμήνος με οπτικό μέγεθος 4.6. Βρίσκεται περίπου 4 μοίρες απευθείας νότια του Σείριου. Το Μ41 απέχει σχεδόν 2350 έτη φωτός από τη Γη, περιλαμβάνει περίπου 8000 αστέρες, κι έχει διάμετρο περίπου 24 έτη φωτός. Αξίζει να σημειωθεί ότι περιλαμβάνει ορισμένους αστέρες τύπου Κ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Νάνος του Μεγάλου Κυνός είναι ένας πρόσφατα ανακαλυφθείς νάνος γαλαξίας, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από το Γαλαξία μας και βρίσκεται στον εν λόγω αστερισμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Μυθολογία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο αστερισμός αυτός ήταν γνωστός στους ανατολίτες από τα πανάρχαια χρόνια. Στις αρχές της ευρωπαϊκής κλασσικής περιόδου, ο αστερισμός αυτός αναπαριστούσε τον Λαέλαπο, το λαγωνικό του Ακταίωνος ή μερικές φορές το λαγωνικό της Πρόκριδος, νύμφης της Άρτεμης, ή το λαγωνικό που έδωσε η Ηώς στον Κέφαλο, τόσο ξακουστό για την ταχύτητα του ώστε ο Δίας το ανύψωνε στον ουρανό. Ο Μέγας Κύων (ή ίσως απλά ο αστέρας Σείριος) είναι το κυνηγόσκυλο του Ωρίωνα, το οποίο καταδιώκει το Λαγό ή βοηθά τον Ωρίωνα στην μάχη του κατά του Ταύρου, όπως αναφέρουν ο Άρατος, ο Όμηρος και ο Ησίοδος. Οι αρχαίοι Έλληνες αναφέρονται σ&#039; ένα μόνο σκύλο, αλλά στα χρόνια των Ρωμαίων, ο Μικρός Κύων αναφέρεται ως ο δεύτερος σκύλος του Ωρίωνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι μύθοι των Ρωμαίων αναφέρονται στον Μέγα Κύνα ως Custos Europae, ο σκύλος που φρουρεί την Ευρώπη αλλά που δεν καταφέρνει να αποτρέψει τη βίαιη απαγωγή της από τον Δία υπό τη μορφή ταύρου. Τον αναφέρουν και ως Janitor Lethaeus, ο κέρβερος της Κόλασης.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%9A%CF%8D%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%82&amp;diff=7068</id>
		<title>Κύκνος</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%9A%CF%8D%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%82&amp;diff=7068"/>
		<updated>2009-08-17T12:22:11Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Κύκνος (αστερισμός)&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κύκνος (Λατινικά: Cygnus, συντομογραφία: Cyg) είναι αστερισμός που σημειώθηκε στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Ο Κύκνος βρίσκεται ολόκληρος στο βόρειο ημισφαίριο της ουράνιας σφαίρας και συνορεύει με έξι αστερισμούς, τους: Κηφέα, Δράκοντα, Λύρα, Αλώπεκα, Πήγασο και Σαύρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ονομασίες και ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ονομασία Κύκνος οφείλεται στον Ερατοσθένη, ενώ οι υπόλοιποι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τον αστερισμό `Ορνις (= πουλί γενικά). Ο Άρατος τον χαρακτηρίζει αιόλον, δηλαδή πτηνό που πετά γρήγορα, ένας χαρακτηρισμός που ταιριάζει στον κύκνο. Επειδή όμως το επίθετο «αιόλος» στον Σοφοκλή σημαίνει και τον αστραφτερό, τον γυαλιστερό, τον γεμάτο αστέρια («αιόλα νυξ»), μπορεί εδώ να δικαιολογείται από τη θέση του αστερισμού μέσα στον Γαλαξία. Κατά την ελληνιστική μάλλον εποχή συγκεκριμενοποιήθηκε ως το μυθικό πρόσωπο Κύκνος, γιος του θεού Άρη ή του Σθενέλου, αλλά και ως ο κύκνος στον οποίο μεταμορφώθηκε ο Δίας για να ζευγαρώσει με τη Λήδα και να γεννηθούν οι δίδυμοι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης καθώς και η Ωραία Ελένη που ήταν η αφορμή του Τρωικού πολέμου. Ως το πουλί της Αφροδίτης, ήταν επίσης γνωστός ως Μυρτίλος, από τη μυρτιά, το ιερό φυτό της θεάς. Και από κάποιους πιστευόταν πως ήταν ο Ορφέας, που τοποθετήθηκε μεταθανατίως στα ουράνια δίπλα στην αγαπημένη του Λύρα. Ωστόσο κάποιοι ανατολιστές πιστεύουν πως η αρχική σύνδεση των αστέρων αυτών με πτηνό πιθανότατα έγινε στην αρχαία Μεσοποταμία, όπου πινακίδες σφηνοειδούς γραφής δείχνουν εκεί ένα πτηνό κάποιου είδους (Urakhga), χωρίς να σχετίζεται με ουράνια χαρτογράφηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Ρωμαίοι συνέχισαν την παράδοση με τα ονόματα Volucris, Ales και Avis (Αles Jovis, Ales Ledaeus, Avis Veneris), ενώ το Olor (= κύκνος) ήταν σε χρήση ως τον 19ο αιώνα και ο Λαλάντ παραθέτει το Phoebi Assessor.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στους Άραβες, μολονότι κάποτε του απέδιναν τον τίτλο Al Tair al Arduf (ο ιπτάμενος αετός), ή Al Radif, ο Κύκνος ήταν συνήθως γνωστός ως Al Dajajah, δηλαδή η κότα, κάτι που χρονολογείται ήδη από τον Αιγύπτιο ιερέα Μανέθωνα. Η τελευταία ονομασία βρίσκεται αργότερα στη βιβλιογραφία παρεφθαρμένη με τις μορφές Adige(ge), Aldigaga, Addigagato, Degige, κλπ.. Το όνομα που δίνει ο Σκάλιγκερ για τον αστερισμό είναι Al Ridhadh, που παραφθάρηκε σε El Rided. Ο Βρετανός ανατολιστής Thomas Hyde (1636-1703) δίνει το όνομα Kathaαπό το αραβικό Al Katat, ένα περιστερόμορφο πτηνό, ίσως η δεκοχτούρα, αλλά στη σημερινή αραβική γλώσσα η λέξη σημαίνει ένα φαγώσιμο είδος πτηνού της ερήμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Αλφόνσειοι Πίνακες, στην έκδοση της Μαδρίτης του 1863-1867, απεικονίζουν τον αστερισμό, που αναφέρεται ως Galina, με τη μορφή κότας και όχι κύκνου, με τον μικτό αραβικό χαρακτηρισμό altayr aldigeya, παρότι αλλού σημειώνουν: &amp;quot;Olor: Hyparcus Cygnum vocat&amp;quot;. Η αραβολατινική Αλμαγέστη του 1515 ονομάζει τον Κύκνο Eurisim (&amp;quot;et est volans: et jam vocatur gallina&amp;quot;, παρά το ότι βεβαίως οι κότες δεν πετούν!). Τα σχόλια του Γερμανού αστρονόμου Christian Ludwig Ideler (1766-1846) πάνω σε αυτή τη χαοτική ονοματολογία δείχνουν την κυκλική διαδικασία προελεύσεως των ονομάτων και αξίζει να παρατεθούν εδώ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχουν, επιπλέον, χρησιμοποιήσει τη μεταφρασμένη ελληνική λέξη όρνις στη μορφή Lurnis ή Urnis. Πιθανότατα από αυτό το Urnis προήλθε το Eurisim στην παραπάνω σπάνια ονομασία. Πιθανώς ο μεταφραστής βρήκε στο αραβικό πρωτότυπο την άγνωστη σε αυτόν λέξη Urnis. Υπέθεσε φυσιολογικά ότι ήταν ελληνική, μόνο που δεν ήξερε την ορθή της σημασία. Από την άλλη πλευρά, το φυτό ερύσιμον (Erysimum officinale) του ήρθε στο νου, το οποίο οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν Ireo, και αυτό ανακάλεσε από τη μνήμη το φυτό ίριδα (Iris florentina), και έτσι, καθώς μου φαίνεται, οδηγήθηκε η σκέψη του, μέσα από μια τελείως φυσιολογική σύνδεση ιδεών, στο υπέροχό του &amp;quot;eurisim quasi redolens ut lilium ab ireo&amp;quot;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εξαιτίας της ομοιότητας του σχήματος που διαμορφώνουν τα κυριότερα άστρα του Κύκνου με σταυρό, είναι διαδεδομένη η ονομασία Βόρειος Σταυρός. Για το λόγο αυτό ο νότιος αστερισμός Crux έχει την επίσημη ελληνική ονομασία Νότιος Σταυρός, αντί απλώς «Σταυρός». Για τον ίδιο λόγο, πολλοί Χριστιανοί το ταύτισαν με τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού. Ο Ιούλιος Σίλερ προχώρησε παραπέρα λέγοντας πως ήταν ο «Σταυρός μετά της Αγίας Ελένης» (Crux cum S. Helena). Οι αστέρες α, γ, η και β Κύκνου σχηματίζουν την κάθετη (μεγαλύτερη) κεραία του σταυρού (μήκους άνω των 20 μοιρών), ενώ οι ζ, ε, γ και δ την οριζόντια κεραία του σταυρού. Η δεύτερη ομάδα αστέρων ήταν γνωστή στους Άραβες ως Al Fawaris, οι Καβαλάρηδες, με τους α και κ Κύκνου να προστίθενται κάποτε σε αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Οι φωτεινότεροι αστέρες&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Αργκελάντερ απέδιδε στον Κύκνο 146 αστέρες ορατούς με γυμνό μάτι, ο Heis 197 ενώ ο Πτολεμαίος αναφέρει μόνο τους λαμπρότερους 17. Λογικό είναι οι κυριότεροι αστέρες του αρκετά μεγάλου αυτού αστερισμού, που βρίσκεται πάνω στον Γαλαξία των δισεκατομμυρίων αστέρων, να είναι αρκετά φωτεινοί ώστε να έχουν και δικά τους ιδιαίτερα ονόματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο αστέρας α Κύκνου είναι και ο φωτεινότερος του όλου αστερισμού, με φαινόμενο μέγεθος 1,25. Είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Ντενέμπ, όπου και σηματοδοτεί την ουρά του αστερισμού. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας β Κύκνου είναι ωραίος διπλός αστέρας, συγκροτούμενος από έναν γαλάζιο γίγαντα μ΄ ένα μικρότερο συνοδό, γνωστός με το όνομα Αλμπιρέο (Albireo), όπου και σηματοδοτεί τη κεφαλή του αστερισμού. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας γ, o δεύτερος σε φωτεινότητα του Κύκνου, είναι ο Σαντρ (Sadr). &lt;br /&gt;
Ο δ Κύκνου έχει φαινόμενο μέγεθος 2,87 με αμυδρό συνοδό ογδόου μεγέθους σε απόσταση 2,5΄΄. Οι φασματικοί τύποι είναι A0 IV και F1 V. &lt;br /&gt;
Ο ε είναι γνωστός ως Τζιενά. Οι αστέρες γ, δ, και ε σηματοδοτούν το ανάπτυγμα των φτερών του αστερισμού. &lt;br /&gt;
Ο ζ έχει φαιν.μέγεθος 3,20 και φασματικό τύπο G8 III. &lt;br /&gt;
Ο η έχει φαιν.μέγεθος 3,89 και φασμ.τύπο K0 III (πορτοκαλί γίγαντας). Απέχει από τη Γη περί τα 140 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Ο ι2 Κύκνου έχει φαιν.μέγεθος 3,79 και φασμ.τύπο A5 V. &lt;br /&gt;
Ο κ έχει φαιν.μέγεθος 3,77 και φασμ.τύπο G9 III (κίτρινος γίγαντας). &lt;br /&gt;
Ο ν έχει φαιν.μέγεθος 3,94 και φασμ.τύπο A1 V. &lt;br /&gt;
Ο ξ, μέσα στο νεφέλωμα NGC 7000, έχει φαιν.μέγεθος 3,72 και φασμ.τύπο Κ5 Ib-II. &lt;br /&gt;
Ο ο1 Κύκνου είναι ωραίος τριπλός (φαιν.μεγέθη 4, 5 και 7), ορατός και με κιάλια (έχει αποκληθεί και «Ο άλλος Αλμπιρέο»). &lt;br /&gt;
Ο τ είναι διπλός με συνολικό φαιν.μέγεθος 3,72 και φασμ.τύπο F2 IV. &lt;br /&gt;
Ο 31 Κύκνου έχει φαιν.μέγεθος 3,79 και φασμ.τύπους K2 II και B3 V. &lt;br /&gt;
Ο 32 Κύκνου έχει φαιν.μέγεθος 3,98 και φασμ.τύπους K3 Ib και B3 V.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039; Λοιπά αξιοσημείωτα στον αστερισμό&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διασχιζόμενος διαγωνίως από το γαλαξιακό επίπεδο, ο αστερισμός αυτός είναι πολύ πλούσιος σε σώματα του δικού μας Γαλαξία: νεφελώματα, ανοικτά αστρικά σμήνη, άλλους ενδιαφέροντες αστέρες, κλπ..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Αστέρες&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο κατακόκκινος μεταβλητός αστέρας χ Κύκνου, νοτιοδυτικά του η, έχει φαινόμενα μεγέθη από 5,2 (στο μέγιστο και σπανιότερα 4,23) ως 9 (στο ελάχιστο), συνεπώς είναι συνήθως ορατός και με μικρά κιάλια. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας 16 Κύκνου B, με φαιν.μέγεθος 6,20, φασμ.τύπο G2 V, απόλυτο μέγεθος 4,5 και απόσταση από τη Γη 70,52 έτη φωτός, έχει ένα πλανήτη που περιφέρεται γύρω του μία φορά κάθε 804 ημέρες σε μέση απόσταση 1,7 AU, αλλά σε τροχιά υψηλής εκκεντρότητας (0,67), και έχει μάζα τουλάχιστον 500πλάσια της μάζας της Γης. Είναι ένας από τους πρώτους εξωηλιακούς πλανήτες που ανακαλύφθηκαν. Αστέρας και πλανήτης πλησιάζουν το Ηλιακό Σύστημα με ταχύτητα 98 χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα. &lt;br /&gt;
Δύο άλλοι εξωηλιακοί πλανήτες περιφέρονται πολύ κοντά στους αστέρες HD 187123 και HD 188753. Ο πρώτος απέχει 162,8 έτη φωτός από τη Γη, και γυρίζει περί τον αστέρα του κάθε 3 γήινες μέρες και 2 ώρες σε μέση απόσταση από αυτόν 6,3 εκατομ.χιλιόμετρα. Ο δεύτερος απέχει 149 έτη φωτός από τη Γη, και γυρίζει περί τον αστέρα του (που είναι μέλος τριπλού συστήματος) κάθε 3 γήινες μέρες και 7 ώρες σε μέση απόσταση από αυτόν 7,9 εκατομ.χιλιόμετρα. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας 61 Κύκνου, αποτελεί τριπλό σύστημα από δύο κόκκινους γίγαντες και ένα μικρότερο συνοδό, είναι ο 16ος και ο 17ος κοντινότεροι αστέρες στη Γη (λαβαίνοντας το σύστημα του α Κενταύρου ως 3 αστέρες, τον Σείριο ως 2, κλπ.) ανάμεσα στα εκατομμύρια του νυκτερινού ουρανού. Και, πράγμα όχι άσχετο, έχει τη μεγαλύτερη ιδία κίνηση από όλους τους αστέρες που είναι ορατοί με γυμνό μάτι. Το τριπλό αυτό σύστημα ήταν το πρώτο που μετρήθηκε η παραλλακτική γωνία το 1838 όπου βρέθηκε ν΄ απέχει από τη Γη περίπου 11,1 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας P (πε) Κύκνου, ή αλλιώς ο 34 Κύκνου, ανήκει στην κατηγορία των «λαμπρών κυανών μεταβλητών» (Luminous Blue Variables, LBV). Το φαιν.μέγεθός του κυμαίνεται από 3 ως 5, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα «τέρας» σε απόσταση 6 χιλιάδων ετών φωτός με συνολική φωτιστική ισχύ 700.000 φορές μεγαλύτερη εκείνης του Ήλιου. Οι φασματικές γραμμές του έδωσαν το όνομά τους στο &amp;quot;P Cygni profile&amp;quot;: κάθε ευρεία γραμμή εκπομπής συνοδεύεται από στενή γραμμή απορροφήσεως μετατοπισμένη προς το κυανό, χαρακτηριστικό του ισχυρού αστρικού ανέμου. &lt;br /&gt;
Ο κατακλυσμικός μεταβλητός SS Κύκνου είναι νάνος καινοφανής αστέρας, ενώ ο V404 Κύκνου αντιστοιχεί σε μαύρη τρύπα σε διπλό σύστημα. &lt;br /&gt;
Στις 29 Φεβρουαρίου 1975 ανακαλύφθηκε καινοφανής αστέρας από Ιάπωνα ερασιτέχνη αστρονόμο και 2 ημέρες αργότερα έφθασε στη μέγιστη φωτεινότητα 1,8. Πολλή επιστημονική έρευνα εξάλλου έγινε, και νέα συμπεράσματα εξάχθηκαν, από τον Καινοφανή του Κύκνου 1992, γνωστότερο ως V1974 Κύκνου. Αλλά και άλλος καινοφανής εξερράγη σχετικά πρόσφατα στον Κύκνο, ο κατακλυσμικός μεταβλητός V1668 Κύκνου το έτος 1978. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ανοικτά σμήνη&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστρικό σμήνος M29 (NGC 6913) έχει διάμετρο 8 έτη φωτός (φαινόμενη 7΄), φαιν.μέγεθος 6,6 και απόσταση από τη Γη περίπου 4.000 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
To M39 (NGC 7092) έχει πάνω από 30 αστέρες, διάμετρο 8 έτη φωτός (φαινόμενη 32΄), φαιν.μέγεθος 4,6 και απόσταση από τη Γη περί τα 900 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Το NGC 6871 έχει φαινόμενη διάμετρο 20΄ και φαιν.μέγεθος 5,2. &lt;br /&gt;
Το NGC 6883 έχει φαινόμενη διάμετρο 15΄ και φαιν.μέγεθος 8,0. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Πλανητικά νεφελώματα&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα NGC 6826 είναι γνωστό ως «το πλανητικό που αναβοσβήνει» (&amp;quot;Blinking Planetary&amp;quot;) από την αντίστοιχη ψευδαίσθηση που παρέχει και απέχει από μας περίπου 3.000 έτη φωτός (φαιν.μέγεθος 8,8). &lt;br /&gt;
Το M 1-92 είναι γνωστό ως «Πάτημα του Μινκόφσκι» (&amp;quot;Minkowski&#039;s Footprint&amp;quot;). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Διάχυτα νεφελώματα&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατ&#039; αρχήν, επειδή ο Κύκνος περιέχει πολλά πυκνά αστρικά πεδία, εύκολα ανιχνεύονται σκοτεινά νεφελώματα ως περιοχές χωρίς αστέρες: Στον Κύκνο αρχίζει η σκοτεινή ταινία &amp;quot;Great Rift&amp;quot;, που εκτείνεται κατά μήκος της λωρίδας του Γαλαξία μέχρι τον Κένταυρο, και υπάρχουν επίσης τα σκοτεινά νεφελώματα Barnard 146, 147, 168, 352 και 361. &lt;br /&gt;
Το πλέγμα νεφελωμάτων εκπομπής του γ Κύκνου εκτείνεται περί τις 2 μοίρες και εμπλέκεται με το νεφέλωμα IC 1318 ή «Νεφέλωμα της Πεταλούδας». &lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα NGC6888 («Νεφέλωμα της Ημισελήνου», &amp;quot;Crescent Nebula&amp;quot;) διαστάσεων 20΄ Χ 10΄ (27 Χ 14 έτη φωτός στην εκτιμώμενη απόσταση των 4.700 ετών φωτός) αποτελεί απλώς την αποβολή της ατμόσφαιρας ενός αστέρα Wolf-Rayet. &lt;br /&gt;
Η κυκλική νεφέλωση που αποτελείται από τα NGC 6960 («Δυτικό Νεφέλωμα των Πέπλων» ή «Σκούπα της Μάγισσας») και NGC 6992 / NGC 6995 («Ανατολικό Νεφέλωμα των Πέπλων») είναι γνωστή και ως «Βρόχος του Κύκνου» (&amp;quot;Cygnus Loop&amp;quot;)», και συνιστά υπόλειμμα υπερκαινοφανούς ηλικίας 5.000 ως 10.000 ετών. Απέχει από τη Γη κατά μέσο όρο 1.440 έτη φωτός, που αντιστοιχεί σε διάμετρο 67 ετών φωτός (2 μοίρες 40΄). &lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα εκπομπής NGC 7000 ονομάζεται και «Νεφέλωμα Βόρειος Αμερική» εξαιτίας του σχήματός του. Απέχει επίσης περί τα 1.500 έτη φωτός από τη Γη, που αντιστοιχεί σε διάμετρο 50 ετών φωτός (2 μοίρες). &lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα εκπομπής (με σκοτεινά υπερτιθέμενα) IC 5067 / IC 5070 ονομάζεται και «Νεφέλωμα-Πελεκάνος» εξαιτίας του σχήματός του. Παρόμοια απόσταση και διαστάσεις με το προηγούμενο. &lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα εκπομπής/ανακλάσεως IC 5146 ονομάζεται και «Νεφέλωμα-Κουκούλι», και συνοδεύεται από ομώνυμο ανοικτό σμήνος. &lt;br /&gt;
Τέλος, το «Νεφέλωμα του Αυγού» (CRL 2688), σε απόσταση περί τις τρεις χιλιάδες έτη φωτός από εμάς, αποτελεί πρωτοπλανητικό νεφέλωμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Πηγές Ακτίνων Χ&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πηγή Cyg Χ-1 συνιστά διπλό σύστημα, 2 αστέρες που περιφέρονται περί το κοινό τους κέντρο μάζας. Ο ένας έχει καταρρεύσει σε μαύρη τρύπα μάζας 10 ως 16 ηλιακών μαζών. Ο άλλος αστέρας είναι ο κυανός υπεργίγαντας ενάτου μεγέθους V1357 Κύκνου και τρέφει με το υλικό του τη μαύρη τρύπα. Το υλικό υπερθερμαίνεται καθώς στροβιλίζεται γύρω από την τρύπα κι έτσι εκπέμπει τις ακτίνες Χ. &lt;br /&gt;
Η πηγή Cyg Χ-3 είναι παρόμοιας δομής με την προηγούμενη, αλλά ο «οπτικός συνοδός» είναι μάλλον αστέρας Wolf-Rayet. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Πηγή ραδιοκυμάτων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πηγή Cygnus A ταυτίζεται παραδόξως με μακρινό γαλαξία: Πρόκειται για ελλειπτικό γαλαξία σε εκτιμώμενη απόσταση 600 ως 700 εκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη, πράγμα που τον καθιστά τον κοντινότερο ισχυρό ραδιογαλαξία.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%9A%CF%8D%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%82&amp;diff=7067</id>
		<title>Κύκνος</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%9A%CF%8D%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%82&amp;diff=7067"/>
		<updated>2009-08-17T12:21:41Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Κύκνος (αστερισμός)&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κύκνος (Λατινικά: Cygnus, συντομογραφία: Cyg) είναι αστερισμός που σημειώθηκε στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Ο Κύκνος βρίσκεται ολόκληρος στο βόρειο ημισφαίριο της ουράνιας σφαίρας και συνορεύει με έξι αστερισμούς, τους: Κηφέα, Δράκοντα, Λύρα, Αλώπεκα, Πήγασο και Σαύρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
Ονομασίες και ιστορία&lt;br /&gt;
Η ονομασία Κύκνος οφείλεται στον Ερατοσθένη, ενώ οι υπόλοιποι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τον αστερισμό `Ορνις (= πουλί γενικά). Ο Άρατος τον χαρακτηρίζει αιόλον, δηλαδή πτηνό που πετά γρήγορα, ένας χαρακτηρισμός που ταιριάζει στον κύκνο. Επειδή όμως το επίθετο «αιόλος» στον Σοφοκλή σημαίνει και τον αστραφτερό, τον γυαλιστερό, τον γεμάτο αστέρια («αιόλα νυξ»), μπορεί εδώ να δικαιολογείται από τη θέση του αστερισμού μέσα στον Γαλαξία. Κατά την ελληνιστική μάλλον εποχή συγκεκριμενοποιήθηκε ως το μυθικό πρόσωπο Κύκνος, γιος του θεού Άρη ή του Σθενέλου, αλλά και ως ο κύκνος στον οποίο μεταμορφώθηκε ο Δίας για να ζευγαρώσει με τη Λήδα και να γεννηθούν οι δίδυμοι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης καθώς και η Ωραία Ελένη που ήταν η αφορμή του Τρωικού πολέμου. Ως το πουλί της Αφροδίτης, ήταν επίσης γνωστός ως Μυρτίλος, από τη μυρτιά, το ιερό φυτό της θεάς. Και από κάποιους πιστευόταν πως ήταν ο Ορφέας, που τοποθετήθηκε μεταθανατίως στα ουράνια δίπλα στην αγαπημένη του Λύρα. Ωστόσο κάποιοι ανατολιστές πιστεύουν πως η αρχική σύνδεση των αστέρων αυτών με πτηνό πιθανότατα έγινε στην αρχαία Μεσοποταμία, όπου πινακίδες σφηνοειδούς γραφής δείχνουν εκεί ένα πτηνό κάποιου είδους (Urakhga), χωρίς να σχετίζεται με ουράνια χαρτογράφηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Ρωμαίοι συνέχισαν την παράδοση με τα ονόματα Volucris, Ales και Avis (Αles Jovis, Ales Ledaeus, Avis Veneris), ενώ το Olor (= κύκνος) ήταν σε χρήση ως τον 19ο αιώνα και ο Λαλάντ παραθέτει το Phoebi Assessor.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στους Άραβες, μολονότι κάποτε του απέδιναν τον τίτλο Al Tair al Arduf (ο ιπτάμενος αετός), ή Al Radif, ο Κύκνος ήταν συνήθως γνωστός ως Al Dajajah, δηλαδή η κότα, κάτι που χρονολογείται ήδη από τον Αιγύπτιο ιερέα Μανέθωνα. Η τελευταία ονομασία βρίσκεται αργότερα στη βιβλιογραφία παρεφθαρμένη με τις μορφές Adige(ge), Aldigaga, Addigagato, Degige, κλπ.. Το όνομα που δίνει ο Σκάλιγκερ για τον αστερισμό είναι Al Ridhadh, που παραφθάρηκε σε El Rided. Ο Βρετανός ανατολιστής Thomas Hyde (1636-1703) δίνει το όνομα Kathaαπό το αραβικό Al Katat, ένα περιστερόμορφο πτηνό, ίσως η δεκοχτούρα, αλλά στη σημερινή αραβική γλώσσα η λέξη σημαίνει ένα φαγώσιμο είδος πτηνού της ερήμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Αλφόνσειοι Πίνακες, στην έκδοση της Μαδρίτης του 1863-1867, απεικονίζουν τον αστερισμό, που αναφέρεται ως Galina, με τη μορφή κότας και όχι κύκνου, με τον μικτό αραβικό χαρακτηρισμό altayr aldigeya, παρότι αλλού σημειώνουν: &amp;quot;Olor: Hyparcus Cygnum vocat&amp;quot;. Η αραβολατινική Αλμαγέστη του 1515 ονομάζει τον Κύκνο Eurisim (&amp;quot;et est volans: et jam vocatur gallina&amp;quot;, παρά το ότι βεβαίως οι κότες δεν πετούν!). Τα σχόλια του Γερμανού αστρονόμου Christian Ludwig Ideler (1766-1846) πάνω σε αυτή τη χαοτική ονοματολογία δείχνουν την κυκλική διαδικασία προελεύσεως των ονομάτων και αξίζει να παρατεθούν εδώ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχουν, επιπλέον, χρησιμοποιήσει τη μεταφρασμένη ελληνική λέξη όρνις στη μορφή Lurnis ή Urnis. Πιθανότατα από αυτό το Urnis προήλθε το Eurisim στην παραπάνω σπάνια ονομασία. Πιθανώς ο μεταφραστής βρήκε στο αραβικό πρωτότυπο την άγνωστη σε αυτόν λέξη Urnis. Υπέθεσε φυσιολογικά ότι ήταν ελληνική, μόνο που δεν ήξερε την ορθή της σημασία. Από την άλλη πλευρά, το φυτό ερύσιμον (Erysimum officinale) του ήρθε στο νου, το οποίο οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν Ireo, και αυτό ανακάλεσε από τη μνήμη το φυτό ίριδα (Iris florentina), και έτσι, καθώς μου φαίνεται, οδηγήθηκε η σκέψη του, μέσα από μια τελείως φυσιολογική σύνδεση ιδεών, στο υπέροχό του &amp;quot;eurisim quasi redolens ut lilium ab ireo&amp;quot;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εξαιτίας της ομοιότητας του σχήματος που διαμορφώνουν τα κυριότερα άστρα του Κύκνου με σταυρό, είναι διαδεδομένη η ονομασία Βόρειος Σταυρός. Για το λόγο αυτό ο νότιος αστερισμός Crux έχει την επίσημη ελληνική ονομασία Νότιος Σταυρός, αντί απλώς «Σταυρός». Για τον ίδιο λόγο, πολλοί Χριστιανοί το ταύτισαν με τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού. Ο Ιούλιος Σίλερ προχώρησε παραπέρα λέγοντας πως ήταν ο «Σταυρός μετά της Αγίας Ελένης» (Crux cum S. Helena). Οι αστέρες α, γ, η και β Κύκνου σχηματίζουν την κάθετη (μεγαλύτερη) κεραία του σταυρού (μήκους άνω των 20 μοιρών), ενώ οι ζ, ε, γ και δ την οριζόντια κεραία του σταυρού. Η δεύτερη ομάδα αστέρων ήταν γνωστή στους Άραβες ως Al Fawaris, οι Καβαλάρηδες, με τους α και κ Κύκνου να προστίθενται κάποτε σε αυτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Οι φωτεινότεροι αστέρες&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Αργκελάντερ απέδιδε στον Κύκνο 146 αστέρες ορατούς με γυμνό μάτι, ο Heis 197 ενώ ο Πτολεμαίος αναφέρει μόνο τους λαμπρότερους 17. Λογικό είναι οι κυριότεροι αστέρες του αρκετά μεγάλου αυτού αστερισμού, που βρίσκεται πάνω στον Γαλαξία των δισεκατομμυρίων αστέρων, να είναι αρκετά φωτεινοί ώστε να έχουν και δικά τους ιδιαίτερα ονόματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο αστέρας α Κύκνου είναι και ο φωτεινότερος του όλου αστερισμού, με φαινόμενο μέγεθος 1,25. Είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Ντενέμπ, όπου και σηματοδοτεί την ουρά του αστερισμού. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας β Κύκνου είναι ωραίος διπλός αστέρας, συγκροτούμενος από έναν γαλάζιο γίγαντα μ΄ ένα μικρότερο συνοδό, γνωστός με το όνομα Αλμπιρέο (Albireo), όπου και σηματοδοτεί τη κεφαλή του αστερισμού. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας γ, o δεύτερος σε φωτεινότητα του Κύκνου, είναι ο Σαντρ (Sadr). &lt;br /&gt;
Ο δ Κύκνου έχει φαινόμενο μέγεθος 2,87 με αμυδρό συνοδό ογδόου μεγέθους σε απόσταση 2,5΄΄. Οι φασματικοί τύποι είναι A0 IV και F1 V. &lt;br /&gt;
Ο ε είναι γνωστός ως Τζιενά. Οι αστέρες γ, δ, και ε σηματοδοτούν το ανάπτυγμα των φτερών του αστερισμού. &lt;br /&gt;
Ο ζ έχει φαιν.μέγεθος 3,20 και φασματικό τύπο G8 III. &lt;br /&gt;
Ο η έχει φαιν.μέγεθος 3,89 και φασμ.τύπο K0 III (πορτοκαλί γίγαντας). Απέχει από τη Γη περί τα 140 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Ο ι2 Κύκνου έχει φαιν.μέγεθος 3,79 και φασμ.τύπο A5 V. &lt;br /&gt;
Ο κ έχει φαιν.μέγεθος 3,77 και φασμ.τύπο G9 III (κίτρινος γίγαντας). &lt;br /&gt;
Ο ν έχει φαιν.μέγεθος 3,94 και φασμ.τύπο A1 V. &lt;br /&gt;
Ο ξ, μέσα στο νεφέλωμα NGC 7000, έχει φαιν.μέγεθος 3,72 και φασμ.τύπο Κ5 Ib-II. &lt;br /&gt;
Ο ο1 Κύκνου είναι ωραίος τριπλός (φαιν.μεγέθη 4, 5 και 7), ορατός και με κιάλια (έχει αποκληθεί και «Ο άλλος Αλμπιρέο»). &lt;br /&gt;
Ο τ είναι διπλός με συνολικό φαιν.μέγεθος 3,72 και φασμ.τύπο F2 IV. &lt;br /&gt;
Ο 31 Κύκνου έχει φαιν.μέγεθος 3,79 και φασμ.τύπους K2 II και B3 V. &lt;br /&gt;
Ο 32 Κύκνου έχει φαιν.μέγεθος 3,98 και φασμ.τύπους K3 Ib και B3 V.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039; Λοιπά αξιοσημείωτα στον αστερισμό&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διασχιζόμενος διαγωνίως από το γαλαξιακό επίπεδο, ο αστερισμός αυτός είναι πολύ πλούσιος σε σώματα του δικού μας Γαλαξία: νεφελώματα, ανοικτά αστρικά σμήνη, άλλους ενδιαφέροντες αστέρες, κλπ..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Αστέρες&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο κατακόκκινος μεταβλητός αστέρας χ Κύκνου, νοτιοδυτικά του η, έχει φαινόμενα μεγέθη από 5,2 (στο μέγιστο και σπανιότερα 4,23) ως 9 (στο ελάχιστο), συνεπώς είναι συνήθως ορατός και με μικρά κιάλια. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας 16 Κύκνου B, με φαιν.μέγεθος 6,20, φασμ.τύπο G2 V, απόλυτο μέγεθος 4,5 και απόσταση από τη Γη 70,52 έτη φωτός, έχει ένα πλανήτη που περιφέρεται γύρω του μία φορά κάθε 804 ημέρες σε μέση απόσταση 1,7 AU, αλλά σε τροχιά υψηλής εκκεντρότητας (0,67), και έχει μάζα τουλάχιστον 500πλάσια της μάζας της Γης. Είναι ένας από τους πρώτους εξωηλιακούς πλανήτες που ανακαλύφθηκαν. Αστέρας και πλανήτης πλησιάζουν το Ηλιακό Σύστημα με ταχύτητα 98 χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα. &lt;br /&gt;
Δύο άλλοι εξωηλιακοί πλανήτες περιφέρονται πολύ κοντά στους αστέρες HD 187123 και HD 188753. Ο πρώτος απέχει 162,8 έτη φωτός από τη Γη, και γυρίζει περί τον αστέρα του κάθε 3 γήινες μέρες και 2 ώρες σε μέση απόσταση από αυτόν 6,3 εκατομ.χιλιόμετρα. Ο δεύτερος απέχει 149 έτη φωτός από τη Γη, και γυρίζει περί τον αστέρα του (που είναι μέλος τριπλού συστήματος) κάθε 3 γήινες μέρες και 7 ώρες σε μέση απόσταση από αυτόν 7,9 εκατομ.χιλιόμετρα. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας 61 Κύκνου, αποτελεί τριπλό σύστημα από δύο κόκκινους γίγαντες και ένα μικρότερο συνοδό, είναι ο 16ος και ο 17ος κοντινότεροι αστέρες στη Γη (λαβαίνοντας το σύστημα του α Κενταύρου ως 3 αστέρες, τον Σείριο ως 2, κλπ.) ανάμεσα στα εκατομμύρια του νυκτερινού ουρανού. Και, πράγμα όχι άσχετο, έχει τη μεγαλύτερη ιδία κίνηση από όλους τους αστέρες που είναι ορατοί με γυμνό μάτι. Το τριπλό αυτό σύστημα ήταν το πρώτο που μετρήθηκε η παραλλακτική γωνία το 1838 όπου βρέθηκε ν΄ απέχει από τη Γη περίπου 11,1 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας P (πε) Κύκνου, ή αλλιώς ο 34 Κύκνου, ανήκει στην κατηγορία των «λαμπρών κυανών μεταβλητών» (Luminous Blue Variables, LBV). Το φαιν.μέγεθός του κυμαίνεται από 3 ως 5, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα «τέρας» σε απόσταση 6 χιλιάδων ετών φωτός με συνολική φωτιστική ισχύ 700.000 φορές μεγαλύτερη εκείνης του Ήλιου. Οι φασματικές γραμμές του έδωσαν το όνομά τους στο &amp;quot;P Cygni profile&amp;quot;: κάθε ευρεία γραμμή εκπομπής συνοδεύεται από στενή γραμμή απορροφήσεως μετατοπισμένη προς το κυανό, χαρακτηριστικό του ισχυρού αστρικού ανέμου. &lt;br /&gt;
Ο κατακλυσμικός μεταβλητός SS Κύκνου είναι νάνος καινοφανής αστέρας, ενώ ο V404 Κύκνου αντιστοιχεί σε μαύρη τρύπα σε διπλό σύστημα. &lt;br /&gt;
Στις 29 Φεβρουαρίου 1975 ανακαλύφθηκε καινοφανής αστέρας από Ιάπωνα ερασιτέχνη αστρονόμο και 2 ημέρες αργότερα έφθασε στη μέγιστη φωτεινότητα 1,8. Πολλή επιστημονική έρευνα εξάλλου έγινε, και νέα συμπεράσματα εξάχθηκαν, από τον Καινοφανή του Κύκνου 1992, γνωστότερο ως V1974 Κύκνου. Αλλά και άλλος καινοφανής εξερράγη σχετικά πρόσφατα στον Κύκνο, ο κατακλυσμικός μεταβλητός V1668 Κύκνου το έτος 1978. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ανοικτά σμήνη&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστρικό σμήνος M29 (NGC 6913) έχει διάμετρο 8 έτη φωτός (φαινόμενη 7΄), φαιν.μέγεθος 6,6 και απόσταση από τη Γη περίπου 4.000 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
To M39 (NGC 7092) έχει πάνω από 30 αστέρες, διάμετρο 8 έτη φωτός (φαινόμενη 32΄), φαιν.μέγεθος 4,6 και απόσταση από τη Γη περί τα 900 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Το NGC 6871 έχει φαινόμενη διάμετρο 20΄ και φαιν.μέγεθος 5,2. &lt;br /&gt;
Το NGC 6883 έχει φαινόμενη διάμετρο 15΄ και φαιν.μέγεθος 8,0. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Πλανητικά νεφελώματα&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα NGC 6826 είναι γνωστό ως «το πλανητικό που αναβοσβήνει» (&amp;quot;Blinking Planetary&amp;quot;) από την αντίστοιχη ψευδαίσθηση που παρέχει και απέχει από μας περίπου 3.000 έτη φωτός (φαιν.μέγεθος 8,8). &lt;br /&gt;
Το M 1-92 είναι γνωστό ως «Πάτημα του Μινκόφσκι» (&amp;quot;Minkowski&#039;s Footprint&amp;quot;). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Διάχυτα νεφελώματα&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατ&#039; αρχήν, επειδή ο Κύκνος περιέχει πολλά πυκνά αστρικά πεδία, εύκολα ανιχνεύονται σκοτεινά νεφελώματα ως περιοχές χωρίς αστέρες: Στον Κύκνο αρχίζει η σκοτεινή ταινία &amp;quot;Great Rift&amp;quot;, που εκτείνεται κατά μήκος της λωρίδας του Γαλαξία μέχρι τον Κένταυρο, και υπάρχουν επίσης τα σκοτεινά νεφελώματα Barnard 146, 147, 168, 352 και 361. &lt;br /&gt;
Το πλέγμα νεφελωμάτων εκπομπής του γ Κύκνου εκτείνεται περί τις 2 μοίρες και εμπλέκεται με το νεφέλωμα IC 1318 ή «Νεφέλωμα της Πεταλούδας». &lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα NGC6888 («Νεφέλωμα της Ημισελήνου», &amp;quot;Crescent Nebula&amp;quot;) διαστάσεων 20΄ Χ 10΄ (27 Χ 14 έτη φωτός στην εκτιμώμενη απόσταση των 4.700 ετών φωτός) αποτελεί απλώς την αποβολή της ατμόσφαιρας ενός αστέρα Wolf-Rayet. &lt;br /&gt;
Η κυκλική νεφέλωση που αποτελείται από τα NGC 6960 («Δυτικό Νεφέλωμα των Πέπλων» ή «Σκούπα της Μάγισσας») και NGC 6992 / NGC 6995 («Ανατολικό Νεφέλωμα των Πέπλων») είναι γνωστή και ως «Βρόχος του Κύκνου» (&amp;quot;Cygnus Loop&amp;quot;)», και συνιστά υπόλειμμα υπερκαινοφανούς ηλικίας 5.000 ως 10.000 ετών. Απέχει από τη Γη κατά μέσο όρο 1.440 έτη φωτός, που αντιστοιχεί σε διάμετρο 67 ετών φωτός (2 μοίρες 40΄). &lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα εκπομπής NGC 7000 ονομάζεται και «Νεφέλωμα Βόρειος Αμερική» εξαιτίας του σχήματός του. Απέχει επίσης περί τα 1.500 έτη φωτός από τη Γη, που αντιστοιχεί σε διάμετρο 50 ετών φωτός (2 μοίρες). &lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα εκπομπής (με σκοτεινά υπερτιθέμενα) IC 5067 / IC 5070 ονομάζεται και «Νεφέλωμα-Πελεκάνος» εξαιτίας του σχήματός του. Παρόμοια απόσταση και διαστάσεις με το προηγούμενο. &lt;br /&gt;
Το νεφέλωμα εκπομπής/ανακλάσεως IC 5146 ονομάζεται και «Νεφέλωμα-Κουκούλι», και συνοδεύεται από ομώνυμο ανοικτό σμήνος. &lt;br /&gt;
Τέλος, το «Νεφέλωμα του Αυγού» (CRL 2688), σε απόσταση περί τις τρεις χιλιάδες έτη φωτός από εμάς, αποτελεί πρωτοπλανητικό νεφέλωμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Πηγές Ακτίνων Χ&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πηγή Cyg Χ-1 συνιστά διπλό σύστημα, 2 αστέρες που περιφέρονται περί το κοινό τους κέντρο μάζας. Ο ένας έχει καταρρεύσει σε μαύρη τρύπα μάζας 10 ως 16 ηλιακών μαζών. Ο άλλος αστέρας είναι ο κυανός υπεργίγαντας ενάτου μεγέθους V1357 Κύκνου και τρέφει με το υλικό του τη μαύρη τρύπα. Το υλικό υπερθερμαίνεται καθώς στροβιλίζεται γύρω από την τρύπα κι έτσι εκπέμπει τις ακτίνες Χ. &lt;br /&gt;
Η πηγή Cyg Χ-3 είναι παρόμοιας δομής με την προηγούμενη, αλλά ο «οπτικός συνοδός» είναι μάλλον αστέρας Wolf-Rayet. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Πηγή ραδιοκυμάτων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πηγή Cygnus A ταυτίζεται παραδόξως με μακρινό γαλαξία: Πρόκειται για ελλειπτικό γαλαξία σε εκτιμώμενη απόσταση 600 ως 700 εκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη, πράγμα που τον καθιστά τον κοντινότερο ισχυρό ραδιογαλαξία.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%91%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1&amp;diff=7066</id>
		<title>Ατμόσφαιρα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%91%CF%84%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B1&amp;diff=7066"/>
		<updated>2009-08-17T12:09:35Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Ατμόσφαιρα&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γενικά Ατμόσφαιρα καλείται το αεριώδες περίβλημα που μπορεί να περιβάλλει κάποιο ουράνιο σώμα. Ειδικότερα όμως στη Μετεωρολογία χαρακτηρίζεται αυτό που περιβάλλει τη Γη, το οποίο συγκρατείται λόγω της βαρύτητάς της, και φθάνει σε ύψος περίπου 3.500 χλμ.&lt;br /&gt;
Στην ατμόσφαιρα της Γης οφείλεται η ύπαρξη ζωής, εφόσον σε αυτήν οφείλονται η απορρόφηση μεγάλου τμήματος της υπεριώδους ακτινοβολίας και η μείωση της διαφοράς των ακραίων θερμοκρασιών που θα υπήρχαν μεταξύ ημέρας και νύχτας χωρίς αυτήν. Η σύνθεσή της από την επιφάνεια της θάλασσας και μέχρι τα 50 χλμ ύψος, παραμένει περίπου αμετάβλητη. Αντίθετα η πυκνότητά της ατμόσφαιρας ελαττώνεται πολύ γρήγορα έτσι ώστε η αναπνοή στη κορυφή του Έβερεστ (8.850μ.) να είναι πολύ δύσκολη μέχρι αδύνατη, αφού η πυκνότητά της εκεί, φθάνει μόλις τα 2/5 της πυκνότητας που παρατηρείται στην επιφάνεια της θάλασσας.&lt;br /&gt;
Παρά ταύτα αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ζώα που επιβιώνουν σε πολύ μεγάλα υψόμετρα το επιτυγχάνουν λόγω του πολλαπλάσιου αριθμού αιμοσφαιρίων που φέρουν στο αίμα τους, έναντι του ανθρώπου, έτσι ώστε η μεταφορά οξυγόνου στα κύτταρά τους να είναι ανεμπόδιστα &amp;quot;φυσιολογική&amp;quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Γενικά&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο ατμοσφαιρικός αέρας αποτελεί μίγμα πολλών αερίων, με το μεγαλύτερο ποσοστό σε όγκο να κατέχει το άζωτο (78%) και το οξυγόνο (21%). Εκτός αυτών υπάρχει το διοξείδιο του άνθρακος, ευγενή αέρια, ίχνη υδρογόνου, όζοντος κλπ.&lt;br /&gt;
Στην ατμόσφαιρα επίσης αιωρούνται σχεδόν πάντοτε και μόρια κονιορτού, καπνού, άλατος (από τα σταγονίδια των κυμάτων) κλπ., καθώς και μεγάλη επίσης ποσότητα υδρατμών που προέρχεται από την εξάτμηση θαλασσών, λιμνών κλπ.&lt;br /&gt;
Το ποσό των υδρατμών αυτών μεταβάλλεται συνεχώς, αφού αυξάνει με την εξάτμιση και ελαττώνεται με τη πτώση ή εναπόθεση ως βροχή ή άλλων μορφών υετού στην επιφάνεια της Γης.&lt;br /&gt;
Η μεταβολή αυτή είναι και η κύρια αιτία, ως ένα βαθμό, για τις ευρείες μεταβολές των καιρικών φαινομένων σ΄ ένα τόπο. Βέβαια σε σύγκριση προς τη συνολική μάζα του αέρος η εκάστοτε ποσότητα των υδρατμών στην ατμόσφαιρα είναι πολύ μικρή. Η σπουδαιότητα της ύπαρξης όμως αυτών των υδρατμών διαφαίνεται από το γεγονός ότι απορροφούν το 11% της ηλιακής ακτινοβολίας ενώ εκλύουν μεγάλη ποσότητα θερμοκρασίας κατά τη συμπύκνωσή τους, που αν δεν υπήρχαν, ίσως η ζωή στη Γη να ήταν αδύνατη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γενικά για να δημιουργηθούν οι περισσότερες ατμοσφαιρικές διαταράξεις, πηγές των καιρικών φαινομένων, δύο είναι οι κύριοι παράγοντες η θερμότητα και ο υδρατμός. Για τούτο και ο υδρατμός από μετεωρολογικής άποψης, αποτελεί το σπουδαιότερο συστατικό της γήινης ατμόσφαιρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ατμόσφαιρα, είναι εκείνη, που συγκρατεί την υπεριώδη ακτινοβολία μικρού μήκους κύματος, μέρος από τη κοσμική ακτινοβολία, είναι εκείνη που προκαλεί τους χρωματισμούς του ουρανού και των νεφών, ενώ συγχρόνως αποτελεί το μέσον στη διάδοση του ήχου, αλλά και στη διάχυση του φωτός.&lt;br /&gt;
Χωρίς αυτή, ο Ουρανός θα ήταν σκοτεινός, ενώ στη σκιά θα επικρατούσε πλήρες σκότος και οι αστέρες θα έλαμπαν με σταθερό φως νύκτα και μέρα. Επίσης η διάθλαση που συντελεί στο φαινόμενο τα ουράνια σώματα να φαίνονται υπερυψωμένα δεν θα υπήρχε αλλά και ούτε αντικατοπτρισμός θα δημιουργούταν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φιλόσοφοι όπως ο Αριστοτέλης και ο Εμπεδοκλής εμπνευσμένοι από την διαφάνεια, τη ομοιογένεια και την αφθονία του αέρα οδηγήθηκαν σε πρώιμα συμπεράσματα σχετικά με τη φύση του. Τον κατέταξαν μαζί με το νερό, τη φωτιά και τη γη, στα τέσσερα πρωταρχικά στοιχεία του Σύμπαντος, σκέψη που διατηρήθηκε στο πέρασμα των αιώνων έως τον μεσαίωνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα γνωρίζουμε βεβαίως ότι ο ατμοσφαιρικός αέρας δεν είναι ένα ομοιογενές αέριο, αλλά μίγμα διαφόρων αερίων. Το θεμέλιο για αυτό έθεσε ο σπουδαίος Λεονάρντο Ντα Βίντσι (Leonardo Da Vinci , 1452-1519) ο οποίος παρατήρησε ότι αέρας που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για την αναπνοή ή την τροφοδότηση της φωτιάς παύει να συντελεί στην καύση. Έναν αιώνα μετά, το έτος 1624 ο Φλαμανδός γιατρός Βαν Χέλμοντ (Jan van Helmont , 1579-1644) διαπίστωσε ότι ο αέρας δεν είναι στοιχείο εφόσον αποτελείται από ένα ή περισσότερα αέρια με διαφορές στη συμπεριφορά τους (εκείνος τα ονόμαζε ατμούς). Στην αντίληψη του αυτή συνέτεινε η παρατήρηση ότι ο αέρας περιέχει επίσης υγρή και στερεή φάση. Δυστυχώς, η επιστημονική κοινότητα της εποχής απέρριψε τις απόψεις του Βαν Χέλμοντ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα επόμενα χρόνια επιφανείς επιστήμονες προσπάθησαν να τεκμηριώσουν την πραγματική φύση του αέρα, όμως αυτό στάθηκε αδύνατο εξαιτίας του πλήθους των ασύνδετων μεταξύ τους γνώσεων και της πολυπλοκότητας της κατάστασης έως την ανακάλυψη του αζώτου το 1772 και του οξυγόνου το 1774. Η τιμή ανήκει στον πατέρα της θεωρίας της καύσης και της σύγχρονης χημείας τον Γάλλο Αντουάν Λωράν Λαβουαζιέ (Αntoine Laurent Lavoisier, 1743-1794) που παραβλέποντας τα περιττά και συνδυάζοντας τις τεκμηριωμένες εμπειρίες που είχαν συσσωρευτεί εντωμεταξύ, υποστήριξε ότι ο αέρας είναι μίγμα οξυγόνου και αζώτου και συγκεκριμένα, το 1/5 ήταν το αέριο του Πρήστλυ που ο Λαβουαζιέ ονόμασε οξυγόνο, τα δε 4/5 ήταν το αέριο του Ράδερφορντ, το άζωτο. Η ακριβής αναλογία των δυο αυτών στοιχείων στον αέρα βρέθηκε το 1784 από τον Κάβεντις που υποστήριξε πως η σύσταση τους είναι σταθερή παντού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Κατακόρυφη δομή&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χημική σύνθεση της ατμόσφαιρας μέχρι του ύψους των 80-100 χλμ είναι αμετάβλητη.&lt;br /&gt;
Ανάλογα όμως της μεταβολής της θερμοκρασίας διακρίνονται σ΄ αυτή τα ακόλουθα στρώματα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τροπόσφαιρα, από 0 ύψος μέχρι 9-18χλμ (ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος) όπου και η τροπόπαυση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στρατόσφαιρα, από τροπόπαυση μέχρι 50-60 χλμ όπου και η στρατόπαυση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μεσόσφαιρα, από στρατόπαυση μέχρι 80 χλμ. όπου και η μεσόπαυση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θερμόσφαιρα ή Ιονόσφαιρα, από μεσόπαυση μέχρι 800 χλμ. όπου η θερμόπαυση. Και τέλος &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εξώσφαιρα, από θερμόπαυση μέχρι 3.500 χλμ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σημαντικότερο στρώμα τόσο για την Μετεωρολογία όσο ιδιαίτερα για τους ναυτιλλόμενους είναι η Τροπόσφαιρα αφού εντός αυτής λαμβάνουν χώρα όλες οι μεταβολές του καιρού και όλα τα καιρικά φαινόμενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1η Σημείωση: Η εν λόγω κατακόρυφη δομή ορίσθηκε κατά την Μετεωρολογία και μόνο, και ουδεμία σχέση έχει με τη διαστρωμάτωση που κάνει η Αστρονομία για τον πλανήτη Γη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2η Σημείωση: Η παραπάνω κατακόρυφη δομή της ατμόσφαιρας σε στρώματα και καθοριμού ύψους εκάστρου ορίσθηκε το 1962 από τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (W.M.O.).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Φαινόμενα ατμόσφαιρας&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο συνδιασμός των φωτεινών και λοιπών ακτινοβολιών του Ήλιου, η διαφορετική πυκνότητα των στρωμάτων της ατμόσφαιρας, η εκάστοτε μορφή των υδρατμών (αερία, υγρά και στερεά) στην ατμόσφαιρα όπως κα άλλοι παράγοντες π.χ. ιονισμένα άτομα και μόρια των αερίων (ιόντα), προκαλούν σειρά από διάφορα οπτικά, ακουστικά και ηλεκτρικά φαινόμενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα φαινόμενα αυτά συμπληρώνουν το περιβάλλον που θεάται ο παρατηρητής. Και τέτοια φαινόμενα είναι το χρώμα του Ουρανού, τα χρώματα της ανατολής και της δύσης του Ηλίου, η Ηλιακή και η Σεληνιακή άλως, το ουράνιο τόξο, το πολικό Σέλας, η διάθλαση, ο αντικατοπτρισμός κλπ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ατμόσφαιρα και Θάλασσα&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η αλληλεπίδραση είναι όχι μόνο έντονη αλλά και σπουδαία, η ακριβής έκταση της οποίας όμως ακόμη δεν έχει πλήρως εξακριβωθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μερικές από τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις είναι: η δημιουργία των κυμάτων, των ανέμων, των ρευμάτων, κλπ.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%A3%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%89%CE%BD&amp;diff=7065</id>
		<title>Διεθνές Σύστημα Μονάδων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%A3%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%89%CE%BD&amp;diff=7065"/>
		<updated>2009-08-17T11:55:38Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Διεθνές Σύστημα Μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI, Γαλ. Système International ή «Μετρικό Σύστημα») αποτελεί ένα σύστημα έκφρασης συμβατικών μονάδων μέτρησης φυσικών μεγεθών. Το SI έχει αντικαταστήσει τα παλαιότερα συστήματα μονάδων της φυσικής MKS και CGS. Επιπλέον, χρησιμοποιείται και σε τεχνικές εφαρμογές σε μεγάλο ποσοστό του κόσμου έναντι παλαιοτέρων συστημάτων (όπως τα Αγγλοσαξωνικά συστήματα που βασίζονται σε μονάδες όπως η ίντσα, η λίβρα κλπ).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Βασικές αρχές&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το SI βασίζεται στις παρακάτω αρχές:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχουν 7 θεμελιώδεις μονάδες. &lt;br /&gt;
Υπάρχει ένα σύνολο πολλαπλασιαστών που μπαίνουν ως προθέματα στις μονάδες. &lt;br /&gt;
Από τις θεμελιώδεις μονάδες προκύπτουν παράγωγες μονάδες από τα γινόμενα και τα πηλίκα τους. &lt;br /&gt;
Το σύνολο των θεμελιωδών και των παράγωγων μονάδων του SI, εκφράζει ποσοτικά τα διαστατά φυσικά μεγέθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Θεμελιώδη και Συμπληρωματικά μεγέθη του Διεθνούς Συστήματος Μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Μέγεθος                                   Mονάδα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Μάζα                           Χιλιόγραμμο (kg) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Μήκος                          Μέτρο (m) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Χρόνος                         Δευτερόλεπτο (s) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ένταση                         ηλεκτρικού ρεύματος Αμπέρ (Α) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Απόλυτη/Θερμοδυναμική          Θερμοκρασία Κέλβιν (K) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ποσότητα Ουσίας                Μολ (mol) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ένταση Φωτεινότητας            Καντέλα (Κηρίο) (cd) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
συμπληρωματικό Επίπεδη γωνία              Ακτίνιο (rad) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
συμπληρωματικό Στερεά γωνία               Στερακτίνιο (sr)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Προθέματα μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Στο SI υπάρχει και ένα σύστημα προθεμάτων το οποίο επιτρέπει να χρησιμοπούνται μονάδες της τάξης μεγέθους που μας απασχολεί. Με το πρόθεμα πριν το όνομα της μονάδας έχουμε ένα πολλαπλάσιο ή μια υποδιέρεση της μονάδας κατα μία δύναμη τού 10. Η ιδέα είχε αφετηρία την γαλλική επανάσταση, κατά την οποία προτάθηκε η χρήση αποκλειστικά δεκαδικού συστήματος αρίθμησης σε αντικατάσταση του υπάρχοντος δωδεκαδικού. Καθώς θεωρήθηκε ότι να νέα μέτρα δεν είχαν την κατάλληλη κλίμακα για όλες τις εργασίες, τα προθέματα έδωσαν την λύση ώστε να δημιουργηθούν με συστηματικό τρόπο οι κατάλληλες μονάδες. Αρχικά η ιδέα ήταν η χρήση ελληνικών προθεμάτων για τα πολλαπλάσια (deca, hecto, kilo) και λατινικών για τις υποδιαιρέσεις (deci, centi, milli). Σήμερα τα προθέματα έχουν επεκταθεί και χρησιμοπούνται και εκτός του συστήματος SI. Ιδιαιτέρως σήμερα χρησιμοπούνται οι κυβικές δυνάμεις του 10. Χρησιμοποιείται επίσης πολύ το εκατοστο (centi), σπανίως το δεκατο (deci) και το δεκα (deca) και ουσιατικά ποτέ το εκατο (hecto).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα ελληνικά χρησιμοποιείται το αντίστοιχο ελληνικό πρόθεμα (που είναι είτε το καθαρά ελληνικό πρόθεμα είτε μια αντίστοιχη εκδοχή του διεθνούς προθέματος. Ιδιαίτερα το πρόθεμα kilo στα ελληνικά είναι χιλιο αλλά χρησιμοποιείται και ως κιλο (και μιλλι) ιδιαιτέρως αν το δεύτερο συνθετικό ακούγεται ξενικό (πχ συνήθως κιλοβάτ και όχι χιλιοβάτ, αλλά χιλιόμετρο και όχι κιλόμετρο).&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%A3%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%89%CE%BD&amp;diff=7064</id>
		<title>Διεθνές Σύστημα Μονάδων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%A3%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%89%CE%BD&amp;diff=7064"/>
		<updated>2009-08-17T11:54:56Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Διεθνές Σύστημα Μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI, Γαλ. Système International ή «Μετρικό Σύστημα») αποτελεί ένα σύστημα έκφρασης συμβατικών μονάδων μέτρησης φυσικών μεγεθών. Το SI έχει αντικαταστήσει τα παλαιότερα συστήματα μονάδων της φυσικής MKS και CGS. Επιπλέον, χρησιμοποιείται και σε τεχνικές εφαρμογές σε μεγάλο ποσοστό του κόσμου έναντι παλαιοτέρων συστημάτων (όπως τα Αγγλοσαξωνικά συστήματα που βασίζονται σε μονάδες όπως η ίντσα, η λίβρα κλπ).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Βασικές αρχές&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το SI βασίζεται στις παρακάτω αρχές:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχουν 7 θεμελιώδεις μονάδες. &lt;br /&gt;
Υπάρχει ένα σύνολο πολλαπλασιαστών που μπαίνουν ως προθέματα στις μονάδες. &lt;br /&gt;
Από τις θεμελιώδεις μονάδες προκύπτουν παράγωγες μονάδες από τα γινόμενα και τα πηλίκα τους. &lt;br /&gt;
Το σύνολο των θεμελιωδών και των παράγωγων μονάδων του SI, εκφράζει ποσοτικά τα διαστατά φυσικά μεγέθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Θεμελιώδη και Συμπληρωματικά μεγέθη του Διεθνούς Συστήματος Μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Μέγεθος&#039;&#039;&#039;                             &#039;&#039;&#039;Mονάδα&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Μάζα                           Χιλιόγραμμο (kg) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Μήκος                          Μέτρο (m) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Χρόνος                         Δευτερόλεπτο (s) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ένταση                         ηλεκτρικού ρεύματος Αμπέρ (Α) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Απόλυτη/Θερμοδυναμική          Θερμοκρασία Κέλβιν (K) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ποσότητα Ουσίας                Μολ (mol) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ένταση Φωτεινότητας            Καντέλα (Κηρίο) (cd) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
συμπληρωματικό Επίπεδη γωνία              Ακτίνιο (rad) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
συμπληρωματικό Στερεά γωνία               Στερακτίνιο (sr)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Προθέματα μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Στο SI υπάρχει και ένα σύστημα προθεμάτων το οποίο επιτρέπει να χρησιμοπούνται μονάδες της τάξης μεγέθους που μας απασχολεί. Με το πρόθεμα πριν το όνομα της μονάδας έχουμε ένα πολλαπλάσιο ή μια υποδιέρεση της μονάδας κατα μία δύναμη τού 10. Η ιδέα είχε αφετηρία την γαλλική επανάσταση, κατά την οποία προτάθηκε η χρήση αποκλειστικά δεκαδικού συστήματος αρίθμησης σε αντικατάσταση του υπάρχοντος δωδεκαδικού. Καθώς θεωρήθηκε ότι να νέα μέτρα δεν είχαν την κατάλληλη κλίμακα για όλες τις εργασίες, τα προθέματα έδωσαν την λύση ώστε να δημιουργηθούν με συστηματικό τρόπο οι κατάλληλες μονάδες. Αρχικά η ιδέα ήταν η χρήση ελληνικών προθεμάτων για τα πολλαπλάσια (deca, hecto, kilo) και λατινικών για τις υποδιαιρέσεις (deci, centi, milli). Σήμερα τα προθέματα έχουν επεκταθεί και χρησιμοπούνται και εκτός του συστήματος SI. Ιδιαιτέρως σήμερα χρησιμοπούνται οι κυβικές δυνάμεις του 10. Χρησιμοποιείται επίσης πολύ το εκατοστο (centi), σπανίως το δεκατο (deci) και το δεκα (deca) και ουσιατικά ποτέ το εκατο (hecto).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα ελληνικά χρησιμοποιείται το αντίστοιχο ελληνικό πρόθεμα (που είναι είτε το καθαρά ελληνικό πρόθεμα είτε μια αντίστοιχη εκδοχή του διεθνούς προθέματος. Ιδιαίτερα το πρόθεμα kilo στα ελληνικά είναι χιλιο αλλά χρησιμοποιείται και ως κιλο (και μιλλι) ιδιαιτέρως αν το δεύτερο συνθετικό ακούγεται ξενικό (πχ συνήθως κιλοβάτ και όχι χιλιοβάτ, αλλά χιλιόμετρο και όχι κιλόμετρο).&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%A3%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%89%CE%BD&amp;diff=7063</id>
		<title>Διεθνές Σύστημα Μονάδων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%A3%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%89%CE%BD&amp;diff=7063"/>
		<updated>2009-08-17T11:54:19Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Διεθνές Σύστημα Μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI, Γαλ. Système International ή «Μετρικό Σύστημα») αποτελεί ένα σύστημα έκφρασης συμβατικών μονάδων μέτρησης φυσικών μεγεθών. Το SI έχει αντικαταστήσει τα παλαιότερα συστήματα μονάδων της φυσικής MKS και CGS. Επιπλέον, χρησιμοποιείται και σε τεχνικές εφαρμογές σε μεγάλο ποσοστό του κόσμου έναντι παλαιοτέρων συστημάτων (όπως τα Αγγλοσαξωνικά συστήματα που βασίζονται σε μονάδες όπως η ίντσα, η λίβρα κλπ).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Βασικές αρχές&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το SI βασίζεται στις παρακάτω αρχές:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχουν 7 θεμελιώδεις μονάδες. &lt;br /&gt;
Υπάρχει ένα σύνολο πολλαπλασιαστών που μπαίνουν ως προθέματα στις μονάδες. &lt;br /&gt;
Από τις θεμελιώδεις μονάδες προκύπτουν παράγωγες μονάδες από τα γινόμενα και τα πηλίκα τους. &lt;br /&gt;
Το σύνολο των θεμελιωδών και των παράγωγων μονάδων του SI, εκφράζει ποσοτικά τα διαστατά φυσικά μεγέθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Θεμελιώδη και Συμπληρωματικά μεγέθη του Διεθνούς Συστήματος Μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Μέγεθος&#039;&#039;&#039;                             &#039;&#039;&#039;Mονάδα&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Μάζα                           Χιλιόγραμμο (kg) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Μήκος                          Μέτρο (m) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Χρόνος                         Δευτερόλεπτο (s) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ένταση                         ηλεκτρικού ρεύματος Αμπέρ (Α) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Απόλυτη/Θερμοδυναμική          Θερμοκρασία Κέλβιν (K) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ποσότητα Ουσίας                Μολ (mol) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ένταση Φωτεινότητας            Καντέλα (Κηρίο) (cd) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
συμπληρωματικό Επίπεδη γωνία              Ακτίνιο (rad) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
συμπληρωματικό Στερεά γωνία               Στερακτίνιο (sr)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Προθέματα μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Στο SI υπάρχει και ένα σύστημα προθεμάτων το οποίο επιτρέπει να χρησιμοπούνται μονάδες της τάξης μεγέθους που μας απασχολεί. Με το πρόθεμα πριν το όνομα της μονάδας έχουμε ένα πολλαπλάσιο ή μια υποδιέρεση της μονάδας κατα μία δύναμη τού 10. Η ιδέα είχε αφετηρία την γαλλική επανάσταση, κατά την οποία προτάθηκε η χρήση αποκλειστικά δεκαδικού συστήματος αρίθμησης σε αντικατάσταση του υπάρχοντος δωδεκαδικού. Καθώς θεωρήθηκε ότι να νέα μέτρα δεν είχαν την κατάλληλη κλίμακα για όλες τις εργασίες, τα προθέματα έδωσαν την λύση ώστε να δημιουργηθούν με συστηματικό τρόπο οι κατάλληλες μονάδες. Αρχικά η ιδέα ήταν η χρήση ελληνικών προθεμάτων για τα πολλαπλάσια (deca, hecto, kilo) και λατινικών για τις υποδιαιρέσεις (deci, centi, milli). Σήμερα τα προθέματα έχουν επεκταθεί και χρησιμοπούνται και εκτός του συστήματος SI. Ιδιαιτέρως σήμερα χρησιμοπούνται οι κυβικές δυνάμεις του 10. Χρησιμοποιείται επίσης πολύ το εκατοστο (centi), σπανίως το δεκατο (deci) και το δεκα (deca) και ουσιατικά ποτέ το εκατο (hecto).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα ελληνικά χρησιμοποιείται το αντίστοιχο ελληνικό πρόθεμα (που είναι είτε το καθαρά ελληνικό πρόθεμα είτε μια αντίστοιχη εκδοχή του διεθνούς προθέματος. Ιδιαίτερα το πρόθεμα kilo στα ελληνικά είναι χιλιο αλλά χρησιμοποιείται και ως κιλο (και μιλλι) ιδιαιτέρως αν το δεύτερο συνθετικό ακούγεται ξενικό (πχ συνήθως κιλοβάτ και όχι χιλιοβάτ, αλλά χιλιόμετρο και όχι κιλόμετρο).&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%A3%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%89%CE%BD&amp;diff=7062</id>
		<title>Διεθνές Σύστημα Μονάδων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%94%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AD%CF%82_%CE%A3%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%89%CE%BD&amp;diff=7062"/>
		<updated>2009-08-17T11:52:33Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Διεθνές Σύστημα Μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI, Γαλ. Système International ή «Μετρικό Σύστημα») αποτελεί ένα σύστημα έκφρασης συμβατικών μονάδων μέτρησης φυσικών μεγεθών. Το SI έχει αντικαταστήσει τα παλαιότερα συστήματα μονάδων της φυσικής MKS και CGS. Επιπλέον, χρησιμοποιείται και σε τεχνικές εφαρμογές σε μεγάλο ποσοστό του κόσμου έναντι παλαιοτέρων συστημάτων (όπως τα Αγγλοσαξωνικά συστήματα που βασίζονται σε μονάδες όπως η ίντσα, η λίβρα κλπ).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Βασικές αρχές&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το SI βασίζεται στις παρακάτω αρχές:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχουν 7 θεμελιώδεις μονάδες. &lt;br /&gt;
Υπάρχει ένα σύνολο πολλαπλασιαστών που μπαίνουν ως προθέματα στις μονάδες. &lt;br /&gt;
Από τις θεμελιώδεις μονάδες προκύπτουν παράγωγες μονάδες από τα γινόμενα και τα πηλίκα τους. &lt;br /&gt;
Το σύνολο των θεμελιωδών και των παράγωγων μονάδων του SI, εκφράζει ποσοτικά τα διαστατά φυσικά μεγέθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Θεμελιώδη και Συμπληρωματικά μεγέθη του Διεθνούς Συστήματος Μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Μέγεθος&#039;&#039;&#039;                             &#039;&#039;&#039;Mονάδα&#039;&#039;&#039; &lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Μάζα                           Χιλιόγραμμο (kg) &lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Μήκος                          Μέτρο (m) &lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Χρόνος                         Δευτερόλεπτο (s) &lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ένταση                         ηλεκτρικού ρεύματος Αμπέρ (Α) &lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Απόλυτη/Θερμοδυναμική          Θερμοκρασία Κέλβιν (K) &lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ποσότητα Ουσίας                Μολ (mol) &lt;br /&gt;
Θεμελιώδες Ένταση Φωτεινότητας            Καντέλα (Κηρίο) (cd) &lt;br /&gt;
συμπληρωματικό Επίπεδη γωνία              Ακτίνιο (rad) &lt;br /&gt;
συμπληρωματικό Στερεά γωνία               Στερακτίνιο (sr)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Προθέματα μονάδων&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Στο SI υπάρχει και ένα σύστημα προθεμάτων το οποίο επιτρέπει να χρησιμοπούνται μονάδες της τάξης μεγέθους που μας απασχολεί. Με το πρόθεμα πριν το όνομα της μονάδας έχουμε ένα πολλαπλάσιο ή μια υποδιέρεση της μονάδας κατα μία δύναμη τού 10. Η ιδέα είχε αφετηρία την γαλλική επανάσταση, κατά την οποία προτάθηκε η χρήση αποκλειστικά δεκαδικού συστήματος αρίθμησης σε αντικατάσταση του υπάρχοντος δωδεκαδικού. Καθώς θεωρήθηκε ότι να νέα μέτρα δεν είχαν την κατάλληλη κλίμακα για όλες τις εργασίες, τα προθέματα έδωσαν την λύση ώστε να δημιουργηθούν με συστηματικό τρόπο οι κατάλληλες μονάδες. Αρχικά η ιδέα ήταν η χρήση ελληνικών προθεμάτων για τα πολλαπλάσια (deca, hecto, kilo) και λατινικών για τις υποδιαιρέσεις (deci, centi, milli). Σήμερα τα προθέματα έχουν επεκταθεί και χρησιμοπούνται και εκτός του συστήματος SI. Ιδιαιτέρως σήμερα χρησιμοπούνται οι κυβικές δυνάμεις του 10. Χρησιμοποιείται επίσης πολύ το εκατοστο (centi), σπανίως το δεκατο (deci) και το δεκα (deca) και ουσιατικά ποτέ το εκατο (hecto).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα ελληνικά χρησιμοποιείται το αντίστοιχο ελληνικό πρόθεμα (που είναι είτε το καθαρά ελληνικό πρόθεμα είτε μια αντίστοιχη εκδοχή του διεθνούς προθέματος. Ιδιαίτερα το πρόθεμα kilo στα ελληνικά είναι χιλιο αλλά χρησιμοποιείται και ως κιλο (και μιλλι) ιδιαιτέρως αν το δεύτερο συνθετικό ακούγεται ξενικό (πχ συνήθως κιλοβάτ και όχι χιλιοβάτ, αλλά χιλιόμετρο και όχι κιλόμετρο).&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%92%CE%BF%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82&amp;diff=7061</id>
		<title>Βοώτης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%92%CE%BF%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82&amp;diff=7061"/>
		<updated>2009-08-17T11:45:22Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Βοώτης&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βοώτης (Λατινικά: Bootes, συντομογραφία: Boo) είναι αστερισμός που σημειώθηκε πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Ο μεγάλος αυτός αστερισμός βρίσκεται ολόκληρος στο βόρειο ημισφαίριο της ουράνιας σφαίρας και συνορεύει με 8 διαφορετικούς αστερισμούς, τους: Δράκοντα, Μεγάλη `Αρκτο, Θηρευτικούς Κύνες, Κόμη Βερενίκης, Παρθένο, `Οφι (το τμήμα της κεφαλής), Βόρειο Στέφανο και Ηρακλή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ονομασίες και ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ονομασία Βοώτης εμφανίζεται στην Οδύσσεια, και επομένως βρίσκεται σε χρήση για σχεδόν 3.000 χρόνια, αν και αρχικά σήμαινε μόνο το φωτεινότερο αστέρα του. Η ετυμολογία της προέρχεται κατά μία εκδοχή από το βους (βόδι) και το ωθείν (την καθοδήγηση, το σπρώξιμο), δηλαδή τον έβλεπαν ως τον οδηγό της ομηρικής `Αμαξας (Μεγάλη `Αρκτος). Αλλά στους νεότερους χρόνους τον φαντάσθηκαν (Εβέλιος) ως τον κυνηγό που οδηγεί τους Θηρευτικούς Κύνες κυνηγώντας την `Αρκτο γύρω από το βόρειο ουράνιο πόλο: Ο `Αγγλος ποιητής Καρλάιλ γράφει στο Sartor Resartus:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι να σκέφτεται ο Βοώτης γι&#039;αυτούς, καθώς οδηγεί τα κυνηγόσκυλά του πάνω απ&#039; το ζενίθ;»&lt;br /&gt;
Μία άλλη ετυμολόγηση είναι από το βοητής (βουερός, θορυβώδης), εξαιτίας των κραυγών του οδηγού προς τα ζώα του ή του κυνηγού καθώς κυνηγά. Σε λατινικές μεταφράσεις της Αλμαγέστης η ιδέα αυτή δίνει τις ονομασίες Vociferator, Vociferans, Clamans, Clamator και Plorans. Ακόμα, Canis Latrans (ο σκύλος που γαυγίζει), που ο Aben Ezra έδωσε στα άστρα του με το εβραϊκό Kelebh hannabah. Οι `Αραβες απέδωσαν την παρόμοια άποψή τους για τον αστερισμό με το Al Awwa. Ο Στάτιος αποκαλεί το Βοώτη Portitor Ursae, ο Βιτρούβιος Custos ή Custos Arcti και ο Οβίδιος Custos Erymanthidos Ursae.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αρκετά συνηθισμένα ήταν και τα ονόματα Αρκτοφύλαξ και Αρκτούρος (ο φύλακας και ο φρουρός της αρκούδας), με το πρώτο συνήθως να χρησιμοποιείται για τον αστερισμό και το δεύτερο για τον φωτεινότερο αστέρα του, όπως συμβαίνει στο Γεμίνο, τον Πτολεμαίο και στα Φαινόμενα του Αράτου. Οι μεταφραστές του Αράτου όμως συγχέουν τα δύο ονόματα, παρότι ο Κικέρων γράφει κάπου καθαρά: &amp;quot;Arctophylax, vulgo qui dicitur esse Bootes&amp;quot;. Με αυτή την μεταγραφή στα λατινικά, ή την Artophilaxe, και ως Arcturus, αμφότερες οι ονομασίες επιβιώνουν για τον αστερισμό μέχρι και το 18ο αιώνα μ.Χ.. Ο μεσαιωνικός `Αγγλος ποιητής Τσόσερ (Chaucer) γράφει για &amp;quot;ye sterres of Arctour&amp;quot;. `Αλλες ελληνικές ονομασίες ήταν Κάνδαος και Κανδάων, ενώ κάποιος σχολιαστής του Αράτου απεκάλεσε τον αστερισμό Τρυγετής, επειδή πρωτογινόταν ορατός κάθε χρόνο πριν την ανατολή του Ηλίου όταν πλησίαζε ο καιρός του τρύγου, παρόμοια με τον αστέρα ε της Παρθένου. Η ονομασία Alkalurops, ή Incalurus στους Αλφόνσειους Πίνακες προέρχεται από το ελληνικό Καλαύροψ, το ραβδί του βοσκού, που τώρα είναι η ιδιαίτερη ονομασία του αστέρα μ Βοώτου. Το ραβδί, που τελικώς «μετατράπηκε» σε λόγχη, έδωσε το συνηθισμένο στους `Αραβες Al Ramih, από όπου τα Αναγεννησιακά Aramech, Ariamech κ.ά. παραλλαγές, ή το Al Hamil Luzz (ο λογχοφόρος), το Kolanza του Ριτσιόλι. Ομοίως ο Bayer ανέφερε ότι σε έναν τουρκικό (;;) χάρτη ήταν γραμμένος ως Οϊστοφόρος (ο φέρων βέλος-η), και αλλού Sagittifer και Lanceator. Επίσης, το εναλλακτικό Al Haris al Sama στην αραβική γραμματεία ήταν αρχικά για τον φωτεινότερο αστέρα, αλλά τελικά αποδόθηκε σε όλο τον αστερισμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο `Αγγλος ανατολιστής Robert Brown, Jr., αναφέρει ότι ο Βοώτης ήταν γνωστός στην Ασσυρία ως Riu-but-same, (οδηγός βοοειδών). Αντίθετα, ο Βοώτης στη μεσαιωνική Πολωνία σχημάτιζε τον Ogka, τον ρυμό της πολύ εκτεταμένης τους Ουράνιας `Αμαξας (Woz Niebeski).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αλλά μήπως υπήρχε κάποια αντιστοίχιση του ανώνυμου οδηγού, βουκόλου, κυνηγού, κλπ. με ένα συγκεκριμένο, μυθολογικό ή άλλο, πρόσωπο; Πραγματικά, υπήρχε, αλλά χωρίς ομοφωνία. Για μερικούς ήταν ο Λυκάων, ο πατέρας ή παππούς της Καλλιστώς, όταν η νύμφη ταυτιζόταν με τη Μεγάλη `Αρκτο — ή ο Αρκάς, ο γιος της (Οβίδιος). Για άλλους ήταν ο Βορρέας (Septentrio), από τη θέση του στον ουρανό, ξεκλέβοντας έτσι έναν από τους τίτλους των `Αρκτων. Για κάποιους άλλους ήταν ο Φιλόμηλος. Οι διαφορετικές απόψεις των Ελλήνων (το χαρακτηριστικό τους) τελείωναν με όσους θεωρούσαν τον Βοώτη ως τον Ικάριο ή Ικαρίωνα, τον άτυχο αυτό Αττικό ήρωα που πρωτοκαλλιέργησε το αμπέλι, και ταυτόχρονα την κόρη του Ηριγόνη ως την Παρθένο και το πιστό τους σκυλί, τη Μαίρα, ως τον Σείριο ή τον Πρόκυνα. Από αυτή την ταύτιση προήλθε το Icarii boves για το βόδια του Βοώτη (Προπέρτιος). Εδώ ας σημειωθεί η συσχέτιση και πάλι με το αμπέλι, και το γεγονός ότι το επιπεδόσφαιρο του Kircher έδειχνε ένα αμπέλι στη θέση της παραδοσιακής μορφής του αστερισμού. Οι άνθρωποι του Μεσαίωνα ήξεραν τον Βοώτη ως τον `Αγιο Συλβέστρο. Σύμφωνα με τον Καίσιο ίσως ήταν ο Προφήτης Αμώς. Αλλά για τον Weigel ήταν τα Τρία Σουηδικά Στέμματα. Το τελευταίο υπενθυμίζει ότι όταν πρωτοσημειώθηκε ο Βοώτης, περιελάμβανε ίσως και τον σημερινό αστερισμό Βόρειο Στέφανο, εκτός από τους Θηρευτικούς Κύνες (πράγμα βέβαιο).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πρότυπη μορφή του αστερισμού χρειάζεται οκτώ ολόκληρες ώρες για να δύσει από τα γεωγραφικά πλάτη της νότιας Ευρώπης και ακόμα και τότε το χέρι του δεν εξαφανίζεται κάτω από τον ορίζοντα, γεγονός πιο εμφανές πριν από 3.000 χρόνια εξαιτίας της μεταπτώσεως του γήινου άξονα. Αυτό εξηγεί το χαρακτηρισμό που του έδωσε ο Όμηρος: «οψέ δύων», αργός στη δύση του. Λιγότερο λακωνικός, ο Άρατος γράφει: «όταν κουραστεί απ&#039; τη μέρα, εξίσου βραδυχρονίζει πάνω απ&#039; το μισό της νύχτας». Το αντίθετο συμβαίνει όταν ανατέλλει σε οριζόντια στάση, από όπου και το επίθετο «αθρόος» («όλος μαζί») του Αράτου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι απεικονίσεις της μορφής στους ιστορικούς άτλαντες των ουρανών είναι συνήθως ενός κυνηγού (εξοπλισμένου με κυνηγετικά όπλα), ώριμου άνδρα στις μεταγενέστερες αναπαραστάσεις και γενικά νεότερου στις παλαιότερες, που κρατά με το δεξί του χέρι τα λουριά των Θηρευτικών Κυνών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος, ενδιαφέρον είναι ότι ο Βοώτης μαζί με την «άρκτο-άμαξα», τον Ωρίωνα, τις Υάδες, τις Πλειάδες και τον Σκύλο με τον Σείριο είναι οι μοναδικοί αστρικοί σχηματισμοί που αναφέρονται από τους δύο μεγάλους επικούς ποιητές, τον `Ομηρο και τον Ησίοδο. Ο μεταφραστής του δεύτερου T. Cooke δίνει ένα καλό λόγο: «τα ονόματα που φυσιολογικά ταιριάζουν σε εξάμετρο στίχο», αφού φαίνεται παράλογο οι μεγάλοι αυτοί ποιητές να μη γνώριζαν άλλους αστερισμούς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Οι φωτεινότεροι αστέρες&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Αργκελάντερ απέδιδε στον Βοώτη 85 αστέρες ορατούς με γυμνό μάτι, ενώ ο Heis 140. Λογικό είναι οι κυριότεροι αστέρες του μεγάλου (περίπου 50 επί 30 μοίρες) αυτού αστερισμού να είναι αρκετά φωτεινοί ώστε να έχουν και δικά τους ιδιαίτερα ονόματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο αστέρας α Βοώτου είναι και ο φωτεινότερος, με φαινόμενο μέγεθος -0,05, και κάτι περισσότερο: Είναι ο φωτεινότερος σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο του γήινου ουρανού. Για το λόγο αυτό υπήρξε αντικείμενο θαυμασμού και ενδιαφέροντος από την απώτατη αρχαιότητα και μάλλον ένα απ&#039; τα πρώτα άστρα που πήρε το δικό του όνομα: Αρκτούρος, όπου και παραπέμπουμε. &lt;br /&gt;
Ο αστέρας β Βοώτου είναι πολύ αμυδρότερος του α (φαιν.μέγεθος 3,50), αλλά γνωστός με το όνομα Νεκάρ (Nekkar). &lt;br /&gt;
Ο αστέρας γ (φαιν.μέγεθος 3,03) είναι ο Σεγίνος (Seginus), όπως καθιερώθηκε από τον `Ατλαντα του Burritt. &lt;br /&gt;
Ο δ Βοώτου, που ορίζει τον δεξιό ώμο της μορφής του Βοώτου, είναι διπλός, ο Σ27a στον κατάλογο του Struve, με φαιν.μεγέθη 3,47 και 7,84, αλλά δεν έχει ιδιαίτερο όνομα. Ορατός ως διπλός και με καλά κιάλια (διαχωρισμός 104,9 arcsec), έχει φασματικούς τύπους G8 III και G0. &lt;br /&gt;
Ο ε (επίσης διπλός, φαιν.μεγέθη 2,5 και 5) είναι γνωστός ως Ιζάρ ή Περίζωμα από τη θέση του στη μέση της μορφής του Βοώτου. &lt;br /&gt;
Οι αστέρες ζ, ξ, ο και π ήταν γνωστοί στην Κίνα ως Tso She Ti, ο Αξιωματικός στα αριστερά του Αυτοκράτορα. Ο ζ είναι διπλός (φαινόμενα μεγέθη 3,78 και 4,43) με πολύ μικρό διαχωρισμό και φάσματα A2. Οι ξ, ο έχουν φαινόμενα μεγέθη 4,5 , 4,6 και ο π είναι διπλός με το καθένα από τα μέλη του, π1 και π2, επίσης διπλό (φαιν.μεγέθη 4,86 και 4,94 για τον π1, 5,77 και 5,88 για τον π2). &lt;br /&gt;
Ο η Βοώτου (φαιν.μέγεθος 2,68) είναι γνωστός με το όνομα Μουφρίντ. &lt;br /&gt;
Οι αστέρες θ, ι και κ Βοώτου ονομάσθηκαν `Ονοι (Πρώτος, Δεύτερος και Τρίτος, αντίστοιχα) από τον Bayer, αλλά το όνομα αυτό (Asellus) είναι πολύ γνωστότερο για τους αστέρες της Φάτνης στον Καρκίνο. Σημειώνουν δάκτυλα του σηκωμένου αριστερού χεριού της μορφής του Βοώτου και στην Κίνα ήταν η Tseen Tsang, η Ουράνια Λόγχη. Ο θ είναι απλός με φαιν.μέγεθος 4,05, ο ι τριπλός (φαινόμενα μεγέθη 4,75 και 8,27) και ο κ διπλός με το καθένα από τα μέλη του, κ1 και κ2, επίσης διπλό (φαιν.μεγέθη 6,58 και 6,69 για τον κ1, 4,52 και 4,54 για τον κ2). &lt;br /&gt;
Ο λ Βοώτου (φαιν.μέγεθος 4,18 και φασματικός τύπος A0p) ήταν μαζί με τους θ, ι και κ γνωστοί στους `Αραβες με το όνομα Al Aulad al Dhibah, (= τα κουτάβια από τις ύαινες). &lt;br /&gt;
Ο μ Βοώτου είναι στην πραγματικότητα πενταπλός αστέρας, τα μέλη του οποίου διακρίνονται στον τριπλό μ1 και στον διπλό μ2. Η ιδιαίτερη ονομασία του είναι, όπως αναφέρθηκε και στην πρώτη ενότητα, Αλκαλούροψ ή Incalurus και προέρχεται από το ελληνικό Καλαύροψ, το ραβδί. Μαζί με τους β, γ και δ σχηματίζει ένα τραπέζιο, πολύ μεγαλύτερο αλλά και πιο άγνωστο στους ερασιτέχνες αστρονόμους από το Τραπέζιο του Ωρίωνος, που σχηματίζουν οι αστέρες του θ Ωρίωνος. Το τραπέζιο του Βοώτου ήταν ένας από τους αρχικούς αστερισμούς των Αράβων, πριν αυτοί υιοθετήσουν τους ελληνικούς, οι Al Dhibah, οι Λύκαινες ή οι `Υαινες δηλαδή, τα κουτάβια των οποίων ήταν ο λ και οι γειτονικοί του αστέρες. &lt;br /&gt;
Ο ν είναι διπλός με τους ν1 και ν2 ίσου μεγέθους (5,0) αλλά πολύ διαφορετικών φασματικών τύπων (K4 III και A5 V). &lt;br /&gt;
Οι αστέρες ρ και σ (φαιν.μεγέθη 3,58 και 4,47) ήταν γνωστοί στην Κίνα ως Kang Ho, ένα ποτάμι. &lt;br /&gt;
Ο τ είναι λευκοκίτρινος υπογίγαντας (φασμ. τύπου F6 IV) με φαινόμενο μέγεθος 4,50 και μαζί με τον υ (φαιν.μέγεθος 4,07) σημειώνουν το άκρο του αριστερού ποδιού της μορφής. Ο τ είναι διάσημος για το ότι γύρω του περιφέρεται κάθε 3,3128 ημέρες ένας εξωηλιακός πλανήτης, από τους πρώτους που ανακαλύφθηκαν (δεκαετία 1990). Ο πλανήτης αυτός έχει μάζα πάνω από 4 φορές τη μάζα του Δία. Το σύστημα αστέρα-πλανήτη απέχει από τη Γη 50,89 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Ο ψ και ο ω Βοώτου είναι πορτοκαλί γίγαντες με φαιν.μεγέθη 4,54 και 4,80 αντιστοίχως. &lt;br /&gt;
Ακόμα και ο 38 Βοώτου (μετά το τέλος των μικρών ελληνικών γραμμάτων του Bayer χρησιμοποιείται συνήθως ο «αριθμός Flamsteed» — τέτοιο αριθμό έχει και ο καθένας από τους προηγούμενους αστέρες, απλώς συνηθίζονται τα πεζά ελληνικά γράμματα) είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Μέργκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Λοιπά αξιοσημείωτα στον αστερισμό&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ευρισκόμενος σε μία κατεύθυνση μακριά από το γαλαξιακό επίπεδο, ο αστερισμός αυτός είναι πλούσιος σε μακρινούς γαλαξίες, αλλά είναι σχετικώς αμυδροί. Ο φωτεινότερος από αυτούς είναι ο NGC 5248 στα σύνορα με την Παρθένο, ελλειπτικός, με φαινόμενο μέγεθος 10,3. Στον ραβδωτό σπειροειδή γαλαξία NGC 5874, που απέχει από τη Γη 165 εκατομμύρια έτη φωτός, ανακαλύφθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1999 από το αυτόματο τηλεσκόπιο KAIT (ΗΠΑ) υπερκαινοφανής αστέρας (σουπερνόβα) 18ου μεγέθους κατά την ανακάλυψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Το μακρινότερο ίσως αντικείμενο στο Βοώτη είναι ο ελλειπτικός γαλαξίας-ραδιοπηγή κβάζαρ 3C 295: υπολογίσθηκε ότι απέχει 5 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη. Ανήκει στο σμήνος γαλαξιών CL 1409+524. `Αλλος κβάζαρ στο Βοώτη είναι ο H 1413+117 που δημιουργεί το βαρυτικό φακό «Φύλλο Τριφυλλιού» (&amp;quot;Cloverleaf&amp;quot;).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Στις 23 Ιανουαρίου 1999 ανακαλύφθηκε η έκρηξη ακτίνων γ GRB 990123, η πρώτη της οποίας το οπτικό αντίστοιχο παρατηρήθηκε ταυτόχρονα. Μέγιστο φαινόμενο μέγεθος στο ορατό φως 9, περίπου 50 sec μετά την έναρξη καταγραφής ακτίνων γ. Πιθανώς φορέας της είναι γαλαξίας 24ου μεγέθους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο πάλσαρ (pulsar) J1518+4904 αποτελεί πιθανώς διπλό σύστημα αστέρων νετρονίων με περίοδο περιφοράς 207 ώρες και εκκεντρότητα 0,249. Η απόστασή του από τη Γη υπολογίζεται στα 2.300 έτη φωτός.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B4%CE%B1_(%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82)&amp;diff=7060</id>
		<title>Ανδρομέδα (γαλαξίας)</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B4%CE%B1_(%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82)&amp;diff=7060"/>
		<updated>2009-08-17T11:40:21Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: /* Ιστορικά στοιχεία */&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;{{επέκταση}}&lt;br /&gt;
{{ Galaxy | &amp;lt;!-- put name or coordinates into the following URL --&amp;gt;&lt;br /&gt;
| name = Γαλαξίας της Ανδρομέδας&lt;br /&gt;
| image = [[Image:Andromeda_M31.jpg |300px|{{{name}}}]]&lt;br /&gt;
| epoch = [[J2000.0]]&lt;br /&gt;
| type = SA(s)b I-II&lt;br /&gt;
| ra = {{RA|00|42|44.3}} &lt;br /&gt;
| dec = {{DEC|+41|16|9}} &lt;br /&gt;
| dist_ly = 2.52±0.14 million [[Έτος Φωτός|εφ]]&lt;br /&gt;
| z = -300 ±4 km/s &lt;br /&gt;
| appmag_v = +4.36 &lt;br /&gt;
| size_v =  190&amp;amp;prime; &amp;amp;times; 60&amp;amp;prime; &lt;br /&gt;
| constellation name = [[Ανδρομέδα_(αστερισμός)|Ανδρομέδα]]&lt;br /&gt;
| radius_ly = 69,600±3,900 [[Έτος Φωτός|εφ]]&lt;br /&gt;
| absmag_v = −21.4&lt;br /&gt;
| names = &amp;lt;div style=&amp;quot;width: 300px;&amp;quot;&amp;gt;[[Αντικείμενα Messier|M]]31, [[New General Catalogue|NGC]] 224, [[Principal Galaxies Catalogue|PGC]] 2557, [[Uppsala General Catalogue|UGC]] 454, [[Morphological Catalogue of Galaxies|MCG]] 7-2-16, [[Catalogue of Galaxies and of Clusters of Galaxies|CGCG]] 535.17, [[2C]] 56&amp;lt;/div&amp;gt;&lt;br /&gt;
}}&lt;br /&gt;
Ο &#039;&#039;&#039;Γαλαξίας της Ανδρομέδας&#039;&#039;&#039; (ή &#039;&#039;&#039;[[Αντικείμενα Messier|Messier]] 31&#039;&#039;&#039; , &#039;&#039;&#039;[[Αντικείμενα Messier|M]]31&#039;&#039;&#039;, &#039;&#039;&#039;NGC 224&#039;&#039;&#039;) είναι ένας σπειροειδής με ράβδο (SB) γαλαξίας, που απέχει 2.5 εκ. [[Έτος Φωτός|έτη φωτός]] από εμάς, στον [[Ανδρομέδα_(αστερισμός)|αστερισμό της Ανδρομέδας]], στο Βόρειο Ημισφαίριο του ουρανού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Ανδρομέδα παλιότερα θεωρούνταν ως ο μεγαλύτερος γαλαξίας της [[Τοπική Ομάδα Γαλαξιών|Τοπικής ομάδας]] γαλαξιών, που αποτελείται από το γαλαξία της Ανδρομέδας, το [[Γαλαξίας|Γαλαξία]] μας (Milky Way), το γαλαξία του Τριγώνου ([[M33]], [[Triangulum galaxy]]) και άλλους 30 μικρότερους γαλαξίες. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, βασισμένες σε νέες μετρήσεις και δεδομένα, ο Γαλαξίας φαίνεται ότι περιέχει περισσότερη [[Σκοτεινή Ύλη|σκοτεινή ύλη]] και μπορεί να έχει τη μεγαλύτερη μάζα στην ομάδα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Ιστορικά στοιχεία==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς ο Γαλαξίας της Ανδρομέδας είναι ορατός με γυμνό μάτι, αναμενόμενο είναι να αναφέρεται πριν την πρώτη χρήση του τηλεσκοπίου στην Αστρονομία, το 1609 από τον Γαλιλαίο. Ακόμα και αναφορές από την αρχαιότητα θα έπρεπε να υπάρχουν. Ωστόσο αστρονόμοι όπως ο Ίππαρχος και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος δεν κάνουν σχετική μνεία, πράγμα που οδήγησε μερικούς ερευνητές στην άποψη ότι η φαινόμενη λαμπρότητά του μεταβάλλεται και συγκεκριμένα αυξάνεται με την πάροδο των αιώνων. Βέβαια, πέρα από το ότι δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις για κάτι τέτοιο, η μεταβλητότητα ενός γαλαξία όπως αυτός σε τόσο μικρή χρονική κλίμακα θεωρείται σήμερα απίθανη και από θεωρητική άποψη. Εξάλλου και αστρονόμοι των νεώτερων χρόνων όπως ο Τύχων (Τυχό Μπραχέ, 1546-1601), ο τελευταίος μεγάλος παρατηρητής του ουρανού χωρίς τηλεσκόπιο, δεν τον αναφέρουν. Η πρώτη βεβαιωμένη μνεία του Γαλαξία της Ανδρομέδας γίνεται από τον Πέρση συγγραφέα Abd al Rahman Abu al Husain, πιο γνωστό ως Αλ Σούφι (Al Sufi), σε ένα χάρτη του έτους 964. Αργότερα ο ίδιος τον περιγράφει ως «Το Μικρό Σύννεφο». Αιώνες μετά εμφανίζεται σε ένα ολλανδικό χάρτη των άστρων που χρονολογείται περίπου στο έτος 1500, χωρίς κανένα ειδικό σχόλιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πρώτος που περιέγραψε το Γαλαξία της Ανδρομέδας με τη βοήθεια τηλεσκοπίου υπήρξε ο Βαυαρός αστρονόμος Σίμων Μάριος. Συγκεκριμένα, στο έργο του De Mundo Joviali σημειώνει ότι τον παρατήρησε στις 15 Δεκεμβρίου 1612 και ότι έμοιαζε με «τη φλόγα ενός κεριού όπως φαίνεται τη νύκτα μέσα από κέρας» (εκείνη την εποχή φύλακες για τη νύκτα περιπολούσαν τις μικρές πόλεις της Ευρώπης εφοδιασμένοι με φανούς, τις φλόγες των κεριών των οποίων προστάτευαν παράθυρα καλυμμένα με λεπτότατη επίστρωση κέρατος). Η περιγραφή αυτή δίνει μια καλή ιδέα σχετικά με την εμφάνιση του Γαλαξία της Ανδρομέδας όταν παρατηρείται με μικρό τηλεσκόπιο, αν και άλλοι αστρονόμοι του 17ου αιώνα τον περιέγραψαν διαφορετικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το τηλεσκόπιο απεκάλυψε τις αμυδρότερες περιφερειακές περιοχές του γαλαξία, μαζί με τις οποίες καλύπτει μια αρκετά μεγάλη περιοχή του ουρανού, σχεδόν 4 μοίρες ή οκταπλάσια του δίσκου της Σελήνης. Η γενική αντίληψη, όπως και για κάθε άλλο γαλαξία ως τις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν εκείνη ενός νεφελώματος από αέρια και σκόνη, με διαστάσεις το πολύ μερικά έτη φωτός ή πολύ μικρότερες. Ας σημειωθεί ότι μέχρι και το 1900 ήταν πολύ διαδεδομένη η άποψη ότι πρόκειται για ένα «νέο και τεράστιο Ηλιακό Σύστημα κατά τη διαδικασία του σχηματισμού του», αν και από τα τέλη του περασμένου αιώνα η χρήση της φωτογραφίας είχε αποκαλύψει τη σπειροειδή δομή του. Την πίστη αυτή αντανακλά και η χρησιμοποίηση των ονομασιών «σπειροειδές νεφέλωμα» (γενικός όρος για τους σπειροειδείς γαλαξίες), «Μέγα Νεφέλωμα» και «Βασίλισσα των Νεφελωμάτων».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι το όνομα «Γαλαξίας της Ανδρομέδας» δεν συνιστά ένα μονοσήμαντο και ακριβή προσδιορισμό, επειδή απλούστατα στον αστερισμό «Ανδρομέδα» υπάρχουν και άλλοι γαλαξίες. Για το λόγο αυτό τα ουράνια σώματα αναφέρονται συνήθως με τον αριθμό τους σε κάποιο κατάλογο. Ο Γαλαξίας της Ανδρομέδας είναι γνωστός και ως M31 (το M υποδηλώνει τον κατάλογο του Messier) ή ως NGC 224 (το NGC υποδηλώνει το Νέο Γενικό Κατάλογο). `Ενας άλλος γαλαξίας στην Ανδρομέδα είναι ο M32 ή NGC 221, συνοδός του M31, που ανακαλύφθηκε το 1749 στη νότια πλευρά του Γαλαξία της Ανδρομέδας. Η σωστότερη κοινή ονομασία θα ήταν «Μέγας Γαλαξίας της Ανδρομέδας»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
==Γενικές πληροφορίες==&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία:Αντικείμενα Messier]]&lt;br /&gt;
[[Κατηγορία:Γαλαξίες]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82&amp;diff=7059</id>
		<title>Βασιλίσκος</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82&amp;diff=7059"/>
		<updated>2009-08-17T11:36:55Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: Βασιλίσκος (αστέρας)&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Βασιλίσκος (αστέρας)&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Βασιλίσκος, γνωστός διεθνώς με τη λατινική ονομασία Regulus, είναι ο φωτεινότερος αστέρας (δηλαδή με το μικρότερο φαινόμενο μέγεθος) στον αστερισμό Λέοντα, ο άλφα (α) Λέοντος, και ένας από τους φωτεινότερους στο βόρειο ημισφαίριο του ουρανού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ονομασίες και ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το όνομα Βασιλίσκος σημαίνει «μικρός βασιλιάς» και προέκυψε από την πίστη ότι ο συγκεκριμένος αστέρας κυβερνούσε τις ουράνιες υποθέσεις, μία πίστη που μάλλον προέρχεται από την Περσία — ένας από τους 4 «βασιλικούς αστέρες» και «φρουρούς των ουρανών» των Περσών περί το 3000 π.Χ. — ή τη Βαβυλωνία, όπου ήδη πριν το 1000 π.Χ. όριζε ως Sharru (= ο Βασιλέας) τον δέκατο πέμπτο ζωδιακό τους αστερισμό. Στην Ινδία ο Βασιλίσκος ήταν γνωστός ως Magha (= ο Ισχυρός), στη Σογδιανή ως Magh (= ο Μέγας), στην Περσία ως Miyan (= το Κέντρο) και μεταξύ των Τουρανικών φύλων ως Masu (ο ήρωας). Στην Ακκαδία ταυτιζόταν με τον πέμπτο προκατακλυσμιαίο Βασιλέα της Ουράνιας Σφαίρας, τον Amil-gal-ur (εξελληνισμένα: Αμεγάλαρος). Μία πινακίδα της Νινευή γράφει: «Αν το άστρο του μεγάλου λιονταριού είναι θαμπό, τότε η καρδιά του λαού δεν θα χαρεί». Στην αρχαία Ελλάδα απαντάται και το όνομα ως επίθετο: «βασιλισκός αστήρ», όρο που επίσης μετέγραψαν οι Ρωμαίοι ως Basilica Stella για να ακολουθήσουν τα Regia (Πλίνιος), Rex (στην Αναγέννηση) και Basiliscus (Τύχων). Επίσης, μία άλλη ελληνική ονομασία, η «Καρδία Λέοντος», αντιστοιχεί στη Ρωμαϊκή Cor Leonis και στις αραβικές ονομασίες για τον αστέρα Kalbelasit, Kalbeleced, Kalbeleceid, Kalbol asadi, Calb-elez-id, Calbelesit, Calbalezet, Kale-Alased, όλες διαφορετικές μεταγραφές του Al Qalb al Asad (= η καρδιά του λιονταριού). Στην Αραβία επίσης, μαζί με τους αστέρες γ, ζ και η Λέοντος απάρτιζε τον όγδοο σεληνιακό οίκο, τον Al Jabhah (= Το Μέτωπο). Στην Κίνα ο Βασιλίσκος ήταν ο Μέγας ή 14ος Αστέρας του Heen Yuen ή Xuanyuan, ενός αστερισμού που έφερε το όνομα του Κίτρινου Αυτοκράτορα, ενώ ο ίδιος ο αστέρας έφερε και το όνομα Niau, το Πουλί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εύλογα δανειζόμενος τον «ηλιακό» χαρακτήρα του αστερισμού του, ο Βασιλίσκος ονομαζόταν στην αρχαία Μεσοποταμία και Gus-ba-ra, η φλόγα ή η κόκκινη φωτιά του ανατολικού Οίκου, ενώ σε όλη τη διάρκεια της κλασικής αρχαιότητας τον συνόδευε η φήμη του αίτιου της καλοκαιρινής ζέστης, όπως και τον Σείριο. Λέγεται ότι ο Βασιλίσκος μαζί με τον Στάχυ απεκάλυψαν στον Ίππαρχο, με τη μεταβολή της εποχής κατά την οποία παρατηρούνταν σε σχέση με πανάρχαιες παρατηρήσεις (περ. 20 αιώνες νωρίτερα), τη μετάπτωση των ισημεριών, δηλαδή την αργή μεταβολή της διευθύνσεως του γήινου άξονα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Αστρονομικά δεδομένα&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Βασιλίσκος θεωρείται ο λιγότερο φωτεινός αστέρας πρώτου μεγέθους στον ουρανό, 13,4 φορές λιγότερο φωτεινός από τον Σείριο, και είναι ελαφρώς μεταβλητός αστέρας. Βρίσκεται πολύ κοντά στην εκλειπτική, αν και ο Ήλιος μόλις δεν τον καλύπτει όπως φαίνεται από τη Γη, κάθε χρόνο γύρω στις 23 Αυγούστου. Αλλά και η Σελήνη μπαίνει μπροστά από τον Βασιλίσκο τακτικά (επιπρόσθηση).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Βασιλίσκος είναι τριπλός αστέρας, με αμυδρούς συνοδούς που σχηματίζουν διπλό σύστημα (B και C). Η απόσταση μεταξύ του B και του C είναι 15 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα και περιφέρονται περί το κοινό τους κέντρο μάζας μία φορά κάθε 2.000 γήινα έτη. Η απόσταση μεταξύ του συστήματος αυτού και του κυρίως Βασιλίσκου (Regulus A) ανέρχεται σε 630 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα ή 4.200 AU ή 3 λεπτά του τόξου όπως φαίνονται από τη Γη, και το σύστημα BC περιφέρεται περί τον A μία φορά κάθε 130.000 και πλέον γήινα έτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Βασιλίσκος έχει μάζα 3,5 ως 4 φορές μεγαλύτερη της ηλιακής, αλλά είναι και πολύ νεότερος από τον Ήλιο: έχει ηλικία μικρότερη από 400 εκατομμύρια χρόνια και πιθανότατα μόλις 50 εκατομμύρια. Περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του μία φορά κάθε 15,9 ώρες, μία ταχύτατη για αστέρα περιστροφή, που του δίνει ένα πολύ πεπλατυσμένο σχήμα: υπολογίζεται ότι αν περιστρεφόταν μόλις 16% ταχύτερα, η φυγόκεντρη δύναμη στον ισημερινό του θα υπερέβαινε τη βαρυτική και το υλικό του θα εκτοξευόταν στον διαστρικό χώρο. Το πεπλατυσμένο σχήμα προκαλεί, εξαιτίας των νόμων της Φυσικής, ένα αστροφυσικό φαινόμενο που ονομάζεται βαρυτική αμαύρωση και έχει ως αποτέλεσμα οι πολικές περιοχές του να έχουν επιφανειακή θερμοκρασία αρκετά μεγαλύτερη από τις περιοχές του ισημερινού του (15.400 έναντι 10.300 βαθμούς K), και άρα να είναι 5 φορές λαμπρότερες. Η ολική πραγματική λαμπρότητα του Βασιλίσκου είναι 350 φορές μεγαλύτερη από εκείνη του Ήλιου μας (απόλυτο μέγεθος M = -0,52).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Βασιλίσκος έχει ιδία κίνηση 0,249 arcsec/έτος και απομακρύνεται από το Ηλιακό Σύστημα με ταχύτητα 5,9 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο (21.000 χιλιόμετρα την ώρα).&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%A4%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82&amp;diff=7058</id>
		<title>Ταύρος</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%A4%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82&amp;diff=7058"/>
		<updated>2009-08-17T11:32:34Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Ταύρος (αστερισμός)&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ταύρος (Λατινικά: Taurus, συντομογραφία: Tau) είναι αστερισμός που σημειώθηκε στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Ο Ταύρος βρίσκεται βόρεια του ουράνιου ισημερινού και τα τρία κυριότερα αστέρια του σχηματίζουν ένα τρίγωνο. Είναι βόρειος αστερισμός του Ζωδιακού Κύκλου. Συνορεύει με τους αστερισμούς Περσέα, Κριό, Κήτος, Ηριδανό, Ωρίωνα Διδύμους και Ηνίοχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ονομασίες και ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ταύρος είναι ένας από τους αρχαιότερους και πλέον αξιοσημείωτους αστερισμούς. Η σημασία του στην πρώιμη αρχαιότητα συνδέεται με το ότι σημείωνε την εαρινή ισημερία από το 4000 π.Χ. ως το 1700 π.Χ. περίπου, και διατηρήθηκε έτσι ως το ζώδιο που «άνοιγε το έτος» σε όλους τους αρχαίους ζωδιακούς κύκλους. Σε αυτό το γεγονός αναφέρεται ο Βιργίλιος στον πρώτο Γεωργικό του: «`Οταν με τα χρυσά του κέρατα ο λαμπρός Ταύρος ανοίγει / το έτος, και προς τα κάτω το αστέρι του Σκύλου γέρνει...».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μυθολογική ιδέα για τους αρχαίους `Ελληνες και Ρωμαίους ήταν κυρίως ο ολόλευκος ταύρος στον οποίο μεταμορφώθηκε ο Δίας για να απαγάγει την Ευρώπη. Ο αστερισμός απεικονίζει μόνο το εμπρόσθιο τμήμα του μεγάλου αυτού ζώου, από όπου και οι αρχαίοι προσδιορισμοί Τομή και Προτομή Ταύρου (Sectio Tauri). Οι μυθολόγοι αιτιολογούν το γεγονός λέγοντας ότι όταν κολυμπούσε μακριά με την Ευρώπη στη ράχη του (σκηνή που απεικονίζεται στην εθνική πλευρά του ελληνικού νομίσματος των δύο ευρώ), όλο σχεδόν το σώμα του ήταν βυθισμένο στο νερό και συνεπώς αόρατο. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, θεωρείται ότι ο αστερισμός συνδέεται περισσότερο με τον έβδομο άθλο του Ηρακλή, ο οποίος πήγε στη Κρήτη με διαταγή του Ευρυσθέα για να αιχμαλωτίσει τον ταύρο. Ο Ταύρος είχε βοηθήσει τον Δια να μεταφέρει την Ευρώπη στην Κρήτη, αλλά μετά παρέμεινε εκεί προκαλώντας τρομερές καταστροφές. Ο Ποσειδώνας όμως τον τιμώρησε γιατί έκανε με την Πασιφάη (τη γυναίκα του Μίνωα) και χωρίς τη θέληση της τον Μινώταυρο, τον οποίο ο Ηρακλής αιχμαλώτισε και πήρε στις Μυκήνες. Εκεί ο Ευρυσθέας τον ελευθέρωσε και τελικά τον σκότωσε ο Θησέας στον Μαραθώνα. Ο αστερισμός συμβολίζει έτσι τη δόξα των ηρώων Ηρακλή και Θησέα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύνδεση με τον μύθο της Ευρώπης έδωσε τα ονόματα Portitor Europae, Proditor Europae, Agenoreus (στον Οβίδιο) και Tyrius (στον Μαρτιάλη, από τον τόπο καταγωγής της). O Άρατος προσδιορίζει τον Ταύρο ως πεπτηώς (συσπειρωμένος) και ο Κικέρων ως «γονατισμένο». Ο Μανίλιος τον περιγράφει ως «αγωνιζόμενο» και προσθέτει: «Ο δυνατός Ταύρος είναι κουτσός. Το πόδι του γυρίζει προς τα πίσω.» Τα χαμηλωμένα πόδια απεικονίζονται σε όλες τις αναπαραστάσεις από την αρχαία Μεσοποταμία, όπως και τα κέρατα σε τεράστια αναλογία: ο Άρατος τον αποκαλεί Κεραόν. Το επίθετο Κυρτός απαντάται σε αρχαίο σχολιαστή της Συντάξεως του Πτολεμαίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποιοι ποιητές μετέβαλαν το φύλο του ταύρου και τον απεκάλεσαν Ιώ, την κόρη του Ινάχου που η θεά Ήρα από τη ζήλεια της μετέτρεψε σε αγελάδα. Από εδώ έχουμε τα ονόματα Juvenca Inachia και Inachis. Μία τρίτη εκδοχή καταφεύγει στον Μινώταυρο: Amasius Pasiphaes, ο Εραστής της Πασιφάης. Αλλά το όνομα Chironis Filia που του δίνει ο Λαλάντ είναι ανεξήγητο. Μία άλλη ιστορία τέλος θέλει τον Ταύρο να είναι ο ένας από τους δύο με τα ορειχάλκινα πόδια που δάμασε ο Ιάσονας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ταύρος έφερε συνώνυμα ονόματα σε διάφορες γλώσσες: Al Thaur στην Αραβία, που παραφθάρηκε σε El Taur, Altor, Ataur, Altauro (Schickard) και Tur (Ριτσιόλι). Στη Συρία ήταν ο Taura. Στην Περσία ο Tora, Ghav ή Gau. Στην Τουρκία ο Ughuz. Στην Ιουδαία ήταν γνωστός ως Shor, αλλά και ως Ρεέμ (το άγριο βόδι). Αυτό μας θυμίζει το Bos των Ρωμαίων αγροτών (Γερμανικός). Επίσης ήταν ο Princeps armenti, ο Οδηγός του Κοπαδιού. Το αγγλοσαξονικό Εγχειρίδιο Αστρονομίας του 15ου αιώνα ονομάζει τον Ταύρο Fearr.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι ιθαγενείς Ινδιάνοι της Νότιας Αμερικής είχαν παρόμοιες ιδέες. Ο Γάλλος επιστήμονας του 18ου αιώνα La Condamine έγραψε ότι οι Ινδιάνοι του Αμαζονίου έβλεπαν στο σχήμα των Υάδων το κεφάλι ενός μεγάλου ζώου. Πιο αξιόπιστα, ο Goguet παραθέτει ότι κατά την ανακάλυψη του Αμαζονίου από τον Yanez Pinzon (1500 μ.Χ.) οι ιθαγενείς στις όχθες του αποκαλούσαν τις Υάδες «Ταπύρα Ραγιοάμπα», το σαγόνι ενός ταπίρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Κίνα ο Ταύρος σχημάτιζε ένα τμήμα της «Λευκής Τίγρεως», και ήταν επίσης η Ta Leang, η Μεγάλη Γέφυρα. Αλλά ως ζώδιο (παρατηρούμε και εδώ τον ισχυρό διαχωρισμό μεταξύ αστερισμών και ζωδίων στην Κίνα, μεταξύ Αστρονομίας και Αστρολογίας) ήταν ο Πετεινός. Αφότου ήρθαν σε επαφή με τον δυτικό πολιτισμό, προσέθεσαν και το όνομα Kin Neu = το Χρυσό Βόδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά τη διάδοση στη λεκάνη της Μεσογείου της λατρείας του θεού-ταύρου των αρχαίων Αιγυπτίων, του Όσιρι, ο αστερισμός φυσιολογικά αναγορεύθηκε στην ουράνια αναπαράστασή του ίδιου και της συζύγου και αδελφής του Ίσιδος, μάλιστα έφθασε να πάρει το όνομα της δεύτερης. Αλλά ο αστρικός «Ταύρος» της χώρας του Νείλου δεν ήταν ο δικός μας, τουλάχιστον μέχρι την εποχή των Πτολεμαίων. Στους Κόπτες ο Ταύρος ή οι Πλειάδες ήταν η `Ωριας, η Καλή Εποχή (το Statio Hori του Κίρχερ) και ο Apis, η νεότερη μορφή του αρχαίου θεού του Νείλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ως το πρώτο ζώδιο του αρχαίου εβραϊκού ζωδιακού, ο Ταύρος ήταν το «Άλεφ», το πρώτο γράμμα της εβραϊκής γλώσσας που άλλωστε σχεδιάστηκε ως κεφαλή βοδιού. Αναπαραστάσεις του Μιθραϊκού Ταύρου από τον 4ο ή 5ο αι. π.Χ. αποδεικνύουν ότι ο Ταύρος συνέχιζε να αποτελεί σημείο αναφοράς για τους Πέρσες και τους Βαβυλωνίους, ονομαζόμενος Shur από τους δεύτερους. Ακόμα νωρίτερα, στους Ακκάδιους ήταν ο Ταύρος του Φωτός και σε κύλινδρο της Μεσοποταμίας αποδίδεται ως Gut-an-na, ο Ουράνιος Ταύρος, αναφερόμενος σε σχέση με τη βροχή. Ο Γερμανός ανατολιστής Peter Jensen τον αναφέρει ως σύμβολο του Marduk, του θεού-προσωποποίησης του ανοιξιάτικου ήλιου. Οι Ασσύριοι συνέδεαν τον Ταύρο με τον δεύτερο μήνα του ημερολογίου τους, τον A-aru, τον «Διευθύνοντα Ταύρο» (περ. 15 Απριλίου με 15 Μαΐου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Ινδία ο Ταύρος ήταν ο Vrisha(n) ή Vrouchabam, ο Rishabam των Ταμίλ και ο Urusaba των Σιναλέζων. Αργότερα, υπό την παρετυμολογική έλξη της ελληνικής ονομασίας, η ινδική μετατράπηκε σε Taouri (στον Varaha Mihira) και Tambiru (στον Al Biruni).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ταύρος θεωρήθηκε ότι αντιπροσώπευε το ζώο που θυσίασε ο Αδάμ στην αρχαιότερη θυσία του ανθρώπινου γένους. Ο Νοβίδιος αναγνώριζε στον Ταύρο το Βόδι που στεκόταν μαζί με το γαϊδουράκι στη Φάτνη κατά τη Γέννηση του Χριστού. Σύμφωνα με τον Καίσιο (Caesius) ο αστερισμός αυτός παριστάνει τον Πατριάρχη Ιωσήφ, και κατ&#039; άλλους Χριστιανούς τον Απόστολο Ανδρέα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ως ζωδιακός αστερισμός, ο Ταύρος συνδέθηκε με την Αστρολογία, πολλές προλήψεις και θρύλους. Οι αρχαίοι αστρολόγοι πίστευαν ότι «κυβερνά» το ανθρώπινο σβέρκο, λάρυγγα και ώμους, και ο Σαίξπηρ γράφει σχετικώς ένα διασκεδαστικό απόσπασμα στη «Δωδέκατη Νύχτα», στο διάλογο των Toby Belch και Andrew Aguecheek, που λαθεύουν ως προς την ιδιότητα αυτή του Ταύρου. Τον θεωρούσαν το ζώδιο της Αφροδίτης, όπως και τον Σκορπιό, και τον αποκαλούσαν Veneris Sidus, Domus Veneris Nocturna και Gaudium Veneris. Μία ιδέα που ίσως προήλθε και από το γεγονός ότι περιέχει τις Πελειάδες, ως περιστερές, σύμβολα της θεάς. Πίστευαν ότι είναι γενικώς κακότυχο ζώδιο. Θεωρήθηκε ότι επιδρά ιδιαιτέρως σε χώρες όπως η Αραβία, η Σκυθία, η Ιρλανδία, η μεγάλη Πολωνία, τμήμα της Ρωσίας, η Ολλανδία, η Περσία, η Μικρά Ασία, και σε πόλεις όπως η Μάντουα και η Λειψία. Τα χρώματα του ζωδίου ήταν το λευκό και το ανοικτό κίτρινο (λεμονί).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην εποχή μας ο `Ηλιος βρίσκεται (όπως φαίνεται από τη Γη) μέσα στα όρια του Ταύρου από τις 14 Μαΐου ως τις 22 Ιουνίου, και οι ημερομηνίες αυτές μετατίθενται προς τα εμπρός με ρυθμό 1 ημέρα ανά 71,1 έτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Οι φωτεινότεροι αστέρες&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Αργκελάντερ απέδιδε στον Ταύρο 121 αστέρες ορατούς με γυμνό μάτι, ενώ ο Heis 188. Οι κυριότεροι αστέρες του αστερισμού έχουν και δικά τους ιδιαίτερα ονόματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο αστέρας α Ταύρου είναι και ο φωτεινότερος του αστερισμού. Είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Αλντεμπαράν (Aldebaran) ή Λαμπαδίας, στο οποίο και παραπέμπουμε. &lt;br /&gt;
Ο β Ταύρου, διπλός αστέρας σχεδόν πάνω στο σύνορο με τον Ηνίοχο, είναι γνωστός ως Αλνάθ (Alnath) ή Ελ Ναθ. &lt;br /&gt;
Ο γ, στις Υάδες (είναι γνωστός με το όνομα Πρώτος των Υάδων, Prima Hyadum ή Hyadum I), έχει φαινόμενο μέγεθος 3,65 και φασματικό τύπο K0 III. &lt;br /&gt;
Ο δ1 είναι ο Δεύτερος των Υάδων (Hyadum II), έχει φαινόμενο μέγεθος 3,76 και φασματικό τύπο επίσης K0 III. &lt;br /&gt;
Ο δ3 έχει φαινόμενο μέγεθος 4,29 και φασματικό τύπο A2 IV. &lt;br /&gt;
Ο ε, επίσης μέλος των Υάδων, είναι γνωστός ως Ain ή «Βόρειος Οφθαλμός», από τη θέση του στη μορφή του αστερισμού, και το φαινόμενο μέγεθός του είναι 3,53 ενώ ο φασματικός του τύπος είναι G9 III. &lt;br /&gt;
Ο ζ είναι ακόμα φωτεινότερος, με φαιν.μέγεθος 3,00 και φασμ.τύπο B4 IIIpe (ιδιόμορφο φάσμα με έντονες γραμμές εκπομπής). &lt;br /&gt;
Ο η είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Αλκυόνη, ως ο φωτεινότερος των Πλειάδων. &lt;br /&gt;
Ο θ1, στις Υάδες, έχει φαιν.μέγεθος 3,84 και φασμ.τύπο K0 IIIb. Ευρισκόμενος πολύ κοντά στην τροχιά της Σελήνης, υφίσταται τακτικά εκλείψεις από αυτή, ονομαζόμενες επιπροσθήσεις. Με τη βοήθεια μιας επιπροσθήσεως, στις 17 Φεβρουαρίου 1978, ανακαλύφθηκε από τον R. Hayes συνοδός αστέρας με φαιν.μέγεθος 7,8 και διαχωρισμό 0,08 του δευτερολέπτου του τόξου από τον κύριο αστέρα. Το όλο σύστημα απέχει από τη Γη περί τα 150 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Ο θ2, στις Υάδες, έχει φαιν.μέγεθος 3,40 και φασμ.τύπο A7 III. Είναι φασματοσκοπικώς διπλός αστέρας. &lt;br /&gt;
Ο κ1 έχει φαιν.μέγεθος 4,22 και φασμ.τύπο A7 IV-V. &lt;br /&gt;
Ο λ, μεταβλητός δι&#039;εκλείψεων αστέρας, έχει φαιν.μέγεθος 3,4 ως 3,9 και φασμ.τύπους B3V + A4IV. Η περίοδος μεταβολής είναι 3 ημ. 22 ώρες 52 λεπτά. &lt;br /&gt;
Ο μ έχει φαιν.μέγεθος 4,29 και φασμ.τύπο B3 IV. &lt;br /&gt;
Ο ν έχει φαιν.μέγεθος 3,91 και φασμ.τύπο A1 V. &lt;br /&gt;
Ο ξ έχει φαιν.μέγεθος 3,74 και φασμ.τύπο B9 V. &lt;br /&gt;
Ο ο (όμικρον) έχει φαιν.μέγεθος 3,60 και φασμ.τύπο G6 III. &lt;br /&gt;
Ο τ έχει φαιν.μέγεθος 4,28 και φασμ.τύπο B3 V. &lt;br /&gt;
Ο υ έχει φαιν.μέγεθος 4,28 και φασμ.τύπο A8 V. &lt;br /&gt;
Ο 5 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,11 και φασμ.τύπο K0 II-III. &lt;br /&gt;
Ο 10 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,28 και φασμ.τύπο F9 IV-V. &lt;br /&gt;
Ο 17 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Ηλέκτρα. &lt;br /&gt;
Ο 19 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Ταϋγέτη. &lt;br /&gt;
Ο 20 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Μαία. &lt;br /&gt;
Ο 23 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Μερόπη. &lt;br /&gt;
Ο 27 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Άτλας. &lt;br /&gt;
Ο 37 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,36 και φασμ.τύπο K0 III. &lt;br /&gt;
Ο 71 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,49 και φασμ.τύπο F0 V. &lt;br /&gt;
Ο 88 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,25 και φασμ.τύπο A5m. &lt;br /&gt;
Ο 90 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,27 και φασμ.τύπο A6 V. &lt;br /&gt;
Ο 119 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,38 και φασμ.τύπο M2 Ib.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
----&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Αξιοσημείωτα στον αστερισμό&#039;&#039;&#039;- Ευρισκόμενος σε μία κατεύθυνση πολύ κοντά στο γαλαξιακό επίπεδο (το τέμνει με το βορειοανατολικό του ακραίο τμήμα), ο αστερισμός αυτός είναι πλούσιος σε ανοικτά σμήνη. Τα δύο κοντινότερα, πραγματικά «διάσημα», είναι ό,τι πιο αξιοσημείωτο έχει να επιδείξει ο Ταύρος. Πρόκειται για τις Υάδες και τις Πλειάδες (τη χιλιοτραγουδισμένη Πούλια), όπου και παραπέμπουμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Δύο άλλα φωτεινά ανοικτά σμήνη στον Ταύρο είναι τα NGC 1647 με φαιν.μέγεθος 6,4 και φαινόμενη διάμετρο 45΄, και NGC 1746 με φαιν.μέγεθος 6,1 και φαινόμενη διάμετρο 42΄.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο αστέρας HD 37124 έχει γιγάντιο πλανήτη μάζας μεγαλύτερης του πλανήτη Δία με περίοδο περιφοράς 155 γήινες ημέρες και τροχιά με μέση ακτίνα 87,5 εκατομμύρια χιλιόμετρα αλλά και σημαντική εκκεντρότητα (0,19). Ο ίδιος ο αστέρας έχει φαιν.μέγεθος 7,68 και φασμ.τύπο G4 V, ενώ το απόλυτο μέγεθός του είναι 5,09. Το όλο σύστημα απέχει από εμάς 108 έτη φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο φασματοσκοπικώς διπλός αστέρας 44 Ηριδανού (44 Eri, φαιν.μέγεθος 5,6) φέρει λανθασμένο όνομα, αφού στην πραγματικότητα βρίσκεται στον Ταύρο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο μεταβλητός πρωτοαστέρας T Ταύρου (δεν πρέπει να συγχέεται με τον παραπάνω τ Ταύρου, εδώ το Τ είναι λατινικό) έδωσε το όνομά του στην κατηγορία αστέρων T Tauri. Το φαιν.μέγεθός του κυμαίνεται από 9 ως 10,7 και σπάνια ως 13,5. Ανακαλύφθηκε στις 11 Οκτωβρίου 1852 από τον J.R. Hind μαζί με το νεφέλωμα που φωτίζει, το &amp;quot;Hind&#039;s Variable Nebula&amp;quot; (NGC 1554 / NGC 1555). Διπλό και ίσως τριπλό σύστημα με ηλικία μικρότερη από 300.000 έτη, απέχει από τη Γη περί τα 500 έτη φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- «Ζωηροί» πρωτοαστέρες και νεαροί αστέρες είναι ακόμα οι DG Tau B, με περιαστρικό δίσκο και νεφέλωμα ανακλάσεως, GG Ταύρου (νεαρό τετραπλό σύστημα ηλικίας 1,5 εκατομ.ετών, ο ένας αστέρας του οποίου θα γίνει φαιός νάνος, αφού έχει μόλις 0,04-0,05 της μάζας του Ήλιου), HK Ταύρου (διπλό σύστημα ηλικίας 500 χιλιάδων ετών), HL Ταύρου (πρωτοαστέρας ηλικίας «μόνο» 100 χιλιάδων ετών περίπου), MT Ταύρου (ηλιακού φασμ.τύπου αλλά με υπερεκλάμψεις πλάτους 0,7 μεγέθους), XZ Ταύρου (διπλό σύστημα νεαρών αστέρων με διαχωρισμό 40 AU που περιβάλλεται από εκτεινόμενη φυσαλίδα αερίου διαμέτρου σήμερα περίπου 600 AU) και V773 Ταύρου (τύπου T Tau με εκλάμψεις ακτίνων Χ 10.000 φορές ισχυρότερες των ηλιακών και μεγάλες αστρικές κηλίδες, φωτομετρικά αντιληπτές).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Το νεφέλωμα M1 (το πρώτο στον κατάλογο του Μεσιέ, «Μ») είναι το γνωστότερο ίσως υπόλειμμα υπερκαινοφανούς, με διαδεδομένο σε ελληνικές πηγές και ιστοσελίδες το παραπλανητικό όνομα «Νεφέλωμα του Καρκίνου» (αφού βρίσκεται στον Ταύρο και όχι στον αστερισμό Καρκίνο), μετάφραση του &amp;quot;Crab Nebula&amp;quot;. Αντιστοιχεί στον παρατηρηθέντα από τους Κινέζους υπερκαινοφανή του 1054 μ.Χ. και στο κέντρο του ανακαλύφθηκε ο πάλσαρ-αστέρας νετρονίων, υπόλειμμα του νεκρού αστέρα. Οι διαστάσεις του νεφελώματος είναι 11 επί 8 έτη φωτός, έχει φαιν.μέγεθος 8,4 και απέχει από τη Γη 6.400 έτη φωτός. Ο πάλσαρ (PSR 0531+21, &amp;quot;Crab Pulsar&amp;quot;) έχει φαιν.μέγεθος 16, ιδία κίνηση (18±3)΄΄/έτος και περίοδο περιστροφής 33,1 msec (χιλιοστά του δευτερολέπτου), που αυξάνεται με ρυθμό 0,0133 msec/έτος. Το μαγνητικό πεδίο στην επιφάνειά του έχει μαγνητική επαγωγή 400 εκατομμύρια Tesla.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο ανώμαλος γαλαξίας II Zw 23 απέχει από τη Γη 570 εκατομμύρια έτη φωτός.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
	<entry>
		<id>https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%A4%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82&amp;diff=7057</id>
		<title>Ταύρος</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="https://www.astronomia.gr/wiki/index.php?title=%CE%A4%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82&amp;diff=7057"/>
		<updated>2009-08-17T11:31:15Z</updated>

		<summary type="html">&lt;p&gt;RAPHAIL: Ταύρος (αστερισμός)&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&#039;&#039;&#039;Ταύρος (αστερισμός)&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ταύρος (Λατινικά: Taurus, συντομογραφία: Tau) είναι αστερισμός που σημειώθηκε στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Ο Ταύρος βρίσκεται βόρεια του ουράνιου ισημερινού και τα τρία κυριότερα αστέρια του σχηματίζουν ένα τρίγωνο. Είναι βόρειος αστερισμός του Ζωδιακού Κύκλου. Συνορεύει με τους αστερισμούς Περσέα, Κριό, Κήτος, Ηριδανό, Ωρίωνα Διδύμους και Ηνίοχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Ονομασίες και ιστορία&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Ο Ταύρος είναι ένας από τους αρχαιότερους και πλέον αξιοσημείωτους αστερισμούς. Η σημασία του στην πρώιμη αρχαιότητα συνδέεται με το ότι σημείωνε την εαρινή ισημερία από το 4000 π.Χ. ως το 1700 π.Χ. περίπου, και διατηρήθηκε έτσι ως το ζώδιο που «άνοιγε το έτος» σε όλους τους αρχαίους ζωδιακούς κύκλους. Σε αυτό το γεγονός αναφέρεται ο Βιργίλιος στον πρώτο Γεωργικό του: «`Οταν με τα χρυσά του κέρατα ο λαμπρός Ταύρος ανοίγει / το έτος, και προς τα κάτω το αστέρι του Σκύλου γέρνει...».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μυθολογική ιδέα για τους αρχαίους `Ελληνες και Ρωμαίους ήταν κυρίως ο ολόλευκος ταύρος στον οποίο μεταμορφώθηκε ο Δίας για να απαγάγει την Ευρώπη. Ο αστερισμός απεικονίζει μόνο το εμπρόσθιο τμήμα του μεγάλου αυτού ζώου, από όπου και οι αρχαίοι προσδιορισμοί Τομή και Προτομή Ταύρου (Sectio Tauri). Οι μυθολόγοι αιτιολογούν το γεγονός λέγοντας ότι όταν κολυμπούσε μακριά με την Ευρώπη στη ράχη του (σκηνή που απεικονίζεται στην εθνική πλευρά του ελληνικού νομίσματος των δύο ευρώ), όλο σχεδόν το σώμα του ήταν βυθισμένο στο νερό και συνεπώς αόρατο. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, θεωρείται ότι ο αστερισμός συνδέεται περισσότερο με τον έβδομο άθλο του Ηρακλή, ο οποίος πήγε στη Κρήτη με διαταγή του Ευρυσθέα για να αιχμαλωτίσει τον ταύρο. Ο Ταύρος είχε βοηθήσει τον Δια να μεταφέρει την Ευρώπη στην Κρήτη, αλλά μετά παρέμεινε εκεί προκαλώντας τρομερές καταστροφές. Ο Ποσειδώνας όμως τον τιμώρησε γιατί έκανε με την Πασιφάη (τη γυναίκα του Μίνωα) και χωρίς τη θέληση της τον Μινώταυρο, τον οποίο ο Ηρακλής αιχμαλώτισε και πήρε στις Μυκήνες. Εκεί ο Ευρυσθέας τον ελευθέρωσε και τελικά τον σκότωσε ο Θησέας στον Μαραθώνα. Ο αστερισμός συμβολίζει έτσι τη δόξα των ηρώων Ηρακλή και Θησέα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύνδεση με τον μύθο της Ευρώπης έδωσε τα ονόματα Portitor Europae, Proditor Europae, Agenoreus (στον Οβίδιο) και Tyrius (στον Μαρτιάλη, από τον τόπο καταγωγής της). O Άρατος προσδιορίζει τον Ταύρο ως πεπτηώς (συσπειρωμένος) και ο Κικέρων ως «γονατισμένο». Ο Μανίλιος τον περιγράφει ως «αγωνιζόμενο» και προσθέτει: «Ο δυνατός Ταύρος είναι κουτσός. Το πόδι του γυρίζει προς τα πίσω.» Τα χαμηλωμένα πόδια απεικονίζονται σε όλες τις αναπαραστάσεις από την αρχαία Μεσοποταμία, όπως και τα κέρατα σε τεράστια αναλογία: ο Άρατος τον αποκαλεί Κεραόν. Το επίθετο Κυρτός απαντάται σε αρχαίο σχολιαστή της Συντάξεως του Πτολεμαίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάποιοι ποιητές μετέβαλαν το φύλο του ταύρου και τον απεκάλεσαν Ιώ, την κόρη του Ινάχου που η θεά Ήρα από τη ζήλεια της μετέτρεψε σε αγελάδα. Από εδώ έχουμε τα ονόματα Juvenca Inachia και Inachis. Μία τρίτη εκδοχή καταφεύγει στον Μινώταυρο: Amasius Pasiphaes, ο Εραστής της Πασιφάης. Αλλά το όνομα Chironis Filia που του δίνει ο Λαλάντ είναι ανεξήγητο. Μία άλλη ιστορία τέλος θέλει τον Ταύρο να είναι ο ένας από τους δύο με τα ορειχάλκινα πόδια που δάμασε ο Ιάσονας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ταύρος έφερε συνώνυμα ονόματα σε διάφορες γλώσσες: Al Thaur στην Αραβία, που παραφθάρηκε σε El Taur, Altor, Ataur, Altauro (Schickard) και Tur (Ριτσιόλι). Στη Συρία ήταν ο Taura. Στην Περσία ο Tora, Ghav ή Gau. Στην Τουρκία ο Ughuz. Στην Ιουδαία ήταν γνωστός ως Shor, αλλά και ως Ρεέμ (το άγριο βόδι). Αυτό μας θυμίζει το Bos των Ρωμαίων αγροτών (Γερμανικός). Επίσης ήταν ο Princeps armenti, ο Οδηγός του Κοπαδιού. Το αγγλοσαξονικό Εγχειρίδιο Αστρονομίας του 15ου αιώνα ονομάζει τον Ταύρο Fearr.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι ιθαγενείς Ινδιάνοι της Νότιας Αμερικής είχαν παρόμοιες ιδέες. Ο Γάλλος επιστήμονας του 18ου αιώνα La Condamine έγραψε ότι οι Ινδιάνοι του Αμαζονίου έβλεπαν στο σχήμα των Υάδων το κεφάλι ενός μεγάλου ζώου. Πιο αξιόπιστα, ο Goguet παραθέτει ότι κατά την ανακάλυψη του Αμαζονίου από τον Yanez Pinzon (1500 μ.Χ.) οι ιθαγενείς στις όχθες του αποκαλούσαν τις Υάδες «Ταπύρα Ραγιοάμπα», το σαγόνι ενός ταπίρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Κίνα ο Ταύρος σχημάτιζε ένα τμήμα της «Λευκής Τίγρεως», και ήταν επίσης η Ta Leang, η Μεγάλη Γέφυρα. Αλλά ως ζώδιο (παρατηρούμε και εδώ τον ισχυρό διαχωρισμό μεταξύ αστερισμών και ζωδίων στην Κίνα, μεταξύ Αστρονομίας και Αστρολογίας) ήταν ο Πετεινός. Αφότου ήρθαν σε επαφή με τον δυτικό πολιτισμό, προσέθεσαν και το όνομα Kin Neu = το Χρυσό Βόδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά τη διάδοση στη λεκάνη της Μεσογείου της λατρείας του θεού-ταύρου των αρχαίων Αιγυπτίων, του Όσιρι, ο αστερισμός φυσιολογικά αναγορεύθηκε στην ουράνια αναπαράστασή του ίδιου και της συζύγου και αδελφής του Ίσιδος, μάλιστα έφθασε να πάρει το όνομα της δεύτερης. Αλλά ο αστρικός «Ταύρος» της χώρας του Νείλου δεν ήταν ο δικός μας, τουλάχιστον μέχρι την εποχή των Πτολεμαίων. Στους Κόπτες ο Ταύρος ή οι Πλειάδες ήταν η `Ωριας, η Καλή Εποχή (το Statio Hori του Κίρχερ) και ο Apis, η νεότερη μορφή του αρχαίου θεού του Νείλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ως το πρώτο ζώδιο του αρχαίου εβραϊκού ζωδιακού, ο Ταύρος ήταν το «Άλεφ», το πρώτο γράμμα της εβραϊκής γλώσσας που άλλωστε σχεδιάστηκε ως κεφαλή βοδιού. Αναπαραστάσεις του Μιθραϊκού Ταύρου από τον 4ο ή 5ο αι. π.Χ. αποδεικνύουν ότι ο Ταύρος συνέχιζε να αποτελεί σημείο αναφοράς για τους Πέρσες και τους Βαβυλωνίους, ονομαζόμενος Shur από τους δεύτερους. Ακόμα νωρίτερα, στους Ακκάδιους ήταν ο Ταύρος του Φωτός και σε κύλινδρο της Μεσοποταμίας αποδίδεται ως Gut-an-na, ο Ουράνιος Ταύρος, αναφερόμενος σε σχέση με τη βροχή. Ο Γερμανός ανατολιστής Peter Jensen τον αναφέρει ως σύμβολο του Marduk, του θεού-προσωποποίησης του ανοιξιάτικου ήλιου. Οι Ασσύριοι συνέδεαν τον Ταύρο με τον δεύτερο μήνα του ημερολογίου τους, τον A-aru, τον «Διευθύνοντα Ταύρο» (περ. 15 Απριλίου με 15 Μαΐου).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Ινδία ο Ταύρος ήταν ο Vrisha(n) ή Vrouchabam, ο Rishabam των Ταμίλ και ο Urusaba των Σιναλέζων. Αργότερα, υπό την παρετυμολογική έλξη της ελληνικής ονομασίας, η ινδική μετατράπηκε σε Taouri (στον Varaha Mihira) και Tambiru (στον Al Biruni).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ταύρος θεωρήθηκε ότι αντιπροσώπευε το ζώο που θυσίασε ο Αδάμ στην αρχαιότερη θυσία του ανθρώπινου γένους. Ο Νοβίδιος αναγνώριζε στον Ταύρο το Βόδι που στεκόταν μαζί με το γαϊδουράκι στη Φάτνη κατά τη Γέννηση του Χριστού. Σύμφωνα με τον Καίσιο (Caesius) ο αστερισμός αυτός παριστάνει τον Πατριάρχη Ιωσήφ, και κατ&#039; άλλους Χριστιανούς τον Απόστολο Ανδρέα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ως ζωδιακός αστερισμός, ο Ταύρος συνδέθηκε με την Αστρολογία, πολλές προλήψεις και θρύλους. Οι αρχαίοι αστρολόγοι πίστευαν ότι «κυβερνά» το ανθρώπινο σβέρκο, λάρυγγα και ώμους, και ο Σαίξπηρ γράφει σχετικώς ένα διασκεδαστικό απόσπασμα στη «Δωδέκατη Νύχτα», στο διάλογο των Toby Belch και Andrew Aguecheek, που λαθεύουν ως προς την ιδιότητα αυτή του Ταύρου. Τον θεωρούσαν το ζώδιο της Αφροδίτης, όπως και τον Σκορπιό, και τον αποκαλούσαν Veneris Sidus, Domus Veneris Nocturna και Gaudium Veneris. Μία ιδέα που ίσως προήλθε και από το γεγονός ότι περιέχει τις Πελειάδες, ως περιστερές, σύμβολα της θεάς. Πίστευαν ότι είναι γενικώς κακότυχο ζώδιο. Θεωρήθηκε ότι επιδρά ιδιαιτέρως σε χώρες όπως η Αραβία, η Σκυθία, η Ιρλανδία, η μεγάλη Πολωνία, τμήμα της Ρωσίας, η Ολλανδία, η Περσία, η Μικρά Ασία, και σε πόλεις όπως η Μάντουα και η Λειψία. Τα χρώματα του ζωδίου ήταν το λευκό και το ανοικτό κίτρινο (λεμονί).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην εποχή μας ο `Ηλιος βρίσκεται (όπως φαίνεται από τη Γη) μέσα στα όρια του Ταύρου από τις 14 Μαΐου ως τις 22 Ιουνίου, και οι ημερομηνίες αυτές μετατίθενται προς τα εμπρός με ρυθμό 1 ημέρα ανά 71,1 έτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Οι φωτεινότεροι αστέρες&#039;&#039;&#039;&lt;br /&gt;
Ο Αργκελάντερ απέδιδε στον Ταύρο 121 αστέρες ορατούς με γυμνό μάτι, ενώ ο Heis 188. Οι κυριότεροι αστέρες του αστερισμού έχουν και δικά τους ιδιαίτερα ονόματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο αστέρας α Ταύρου είναι και ο φωτεινότερος του αστερισμού. Είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Αλντεμπαράν (Aldebaran) ή Λαμπαδίας, στο οποίο και παραπέμπουμε. &lt;br /&gt;
Ο β Ταύρου, διπλός αστέρας σχεδόν πάνω στο σύνορο με τον Ηνίοχο, είναι γνωστός ως Αλνάθ (Alnath) ή Ελ Ναθ. &lt;br /&gt;
Ο γ, στις Υάδες (είναι γνωστός με το όνομα Πρώτος των Υάδων, Prima Hyadum ή Hyadum I), έχει φαινόμενο μέγεθος 3,65 και φασματικό τύπο K0 III. &lt;br /&gt;
Ο δ1 είναι ο Δεύτερος των Υάδων (Hyadum II), έχει φαινόμενο μέγεθος 3,76 και φασματικό τύπο επίσης K0 III. &lt;br /&gt;
Ο δ3 έχει φαινόμενο μέγεθος 4,29 και φασματικό τύπο A2 IV. &lt;br /&gt;
Ο ε, επίσης μέλος των Υάδων, είναι γνωστός ως Ain ή «Βόρειος Οφθαλμός», από τη θέση του στη μορφή του αστερισμού, και το φαινόμενο μέγεθός του είναι 3,53 ενώ ο φασματικός του τύπος είναι G9 III. &lt;br /&gt;
Ο ζ είναι ακόμα φωτεινότερος, με φαιν.μέγεθος 3,00 και φασμ.τύπο B4 IIIpe (ιδιόμορφο φάσμα με έντονες γραμμές εκπομπής). &lt;br /&gt;
Ο η είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Αλκυόνη, ως ο φωτεινότερος των Πλειάδων. &lt;br /&gt;
Ο θ1, στις Υάδες, έχει φαιν.μέγεθος 3,84 και φασμ.τύπο K0 IIIb. Ευρισκόμενος πολύ κοντά στην τροχιά της Σελήνης, υφίσταται τακτικά εκλείψεις από αυτή, ονομαζόμενες επιπροσθήσεις. Με τη βοήθεια μιας επιπροσθήσεως, στις 17 Φεβρουαρίου 1978, ανακαλύφθηκε από τον R. Hayes συνοδός αστέρας με φαιν.μέγεθος 7,8 και διαχωρισμό 0,08 του δευτερολέπτου του τόξου από τον κύριο αστέρα. Το όλο σύστημα απέχει από τη Γη περί τα 150 έτη φωτός. &lt;br /&gt;
Ο θ2, στις Υάδες, έχει φαιν.μέγεθος 3,40 και φασμ.τύπο A7 III. Είναι φασματοσκοπικώς διπλός αστέρας. &lt;br /&gt;
Ο κ1 έχει φαιν.μέγεθος 4,22 και φασμ.τύπο A7 IV-V. &lt;br /&gt;
Ο λ, μεταβλητός δι&#039;εκλείψεων αστέρας, έχει φαιν.μέγεθος 3,4 ως 3,9 και φασμ.τύπους B3V + A4IV. Η περίοδος μεταβολής είναι 3 ημ. 22 ώρες 52 λεπτά. &lt;br /&gt;
Ο μ έχει φαιν.μέγεθος 4,29 και φασμ.τύπο B3 IV. &lt;br /&gt;
Ο ν έχει φαιν.μέγεθος 3,91 και φασμ.τύπο A1 V. &lt;br /&gt;
Ο ξ έχει φαιν.μέγεθος 3,74 και φασμ.τύπο B9 V. &lt;br /&gt;
Ο ο (όμικρον) έχει φαιν.μέγεθος 3,60 και φασμ.τύπο G6 III. &lt;br /&gt;
Ο τ έχει φαιν.μέγεθος 4,28 και φασμ.τύπο B3 V. &lt;br /&gt;
Ο υ έχει φαιν.μέγεθος 4,28 και φασμ.τύπο A8 V. &lt;br /&gt;
Ο 5 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,11 και φασμ.τύπο K0 II-III. &lt;br /&gt;
Ο 10 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,28 και φασμ.τύπο F9 IV-V. &lt;br /&gt;
Ο 17 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Ηλέκτρα. &lt;br /&gt;
Ο 19 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Ταϋγέτη. &lt;br /&gt;
Ο 20 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Μαία. &lt;br /&gt;
Ο 23 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Μερόπη. &lt;br /&gt;
Ο 27 Ταύρου, στις Πλειάδες, είναι γνωστός με το ελληνικό όνομα Άτλας. &lt;br /&gt;
Ο 37 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,36 και φασμ.τύπο K0 III. &lt;br /&gt;
Ο 71 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,49 και φασμ.τύπο F0 V. &lt;br /&gt;
Ο 88 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,25 και φασμ.τύπο A5m. &lt;br /&gt;
Ο 90 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,27 και φασμ.τύπο A6 V. &lt;br /&gt;
Ο 119 Ταύρου έχει φαιν.μέγεθος 4,38 και φασμ.τύπο M2 Ib.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&#039;&#039;&#039;Αξιοσημείωτα στον αστερισμό&#039;&#039;&#039;- Ευρισκόμενος σε μία κατεύθυνση πολύ κοντά στο γαλαξιακό επίπεδο (το τέμνει με το βορειοανατολικό του ακραίο τμήμα), ο αστερισμός αυτός είναι πλούσιος σε ανοικτά σμήνη. Τα δύο κοντινότερα, πραγματικά «διάσημα», είναι ό,τι πιο αξιοσημείωτο έχει να επιδείξει ο Ταύρος. Πρόκειται για τις Υάδες και τις Πλειάδες (τη χιλιοτραγουδισμένη Πούλια), όπου και παραπέμπουμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Δύο άλλα φωτεινά ανοικτά σμήνη στον Ταύρο είναι τα NGC 1647 με φαιν.μέγεθος 6,4 και φαινόμενη διάμετρο 45΄, και NGC 1746 με φαιν.μέγεθος 6,1 και φαινόμενη διάμετρο 42΄.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο αστέρας HD 37124 έχει γιγάντιο πλανήτη μάζας μεγαλύτερης του πλανήτη Δία με περίοδο περιφοράς 155 γήινες ημέρες και τροχιά με μέση ακτίνα 87,5 εκατομμύρια χιλιόμετρα αλλά και σημαντική εκκεντρότητα (0,19). Ο ίδιος ο αστέρας έχει φαιν.μέγεθος 7,68 και φασμ.τύπο G4 V, ενώ το απόλυτο μέγεθός του είναι 5,09. Το όλο σύστημα απέχει από εμάς 108 έτη φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο φασματοσκοπικώς διπλός αστέρας 44 Ηριδανού (44 Eri, φαιν.μέγεθος 5,6) φέρει λανθασμένο όνομα, αφού στην πραγματικότητα βρίσκεται στον Ταύρο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο μεταβλητός πρωτοαστέρας T Ταύρου (δεν πρέπει να συγχέεται με τον παραπάνω τ Ταύρου, εδώ το Τ είναι λατινικό) έδωσε το όνομά του στην κατηγορία αστέρων T Tauri. Το φαιν.μέγεθός του κυμαίνεται από 9 ως 10,7 και σπάνια ως 13,5. Ανακαλύφθηκε στις 11 Οκτωβρίου 1852 από τον J.R. Hind μαζί με το νεφέλωμα που φωτίζει, το &amp;quot;Hind&#039;s Variable Nebula&amp;quot; (NGC 1554 / NGC 1555). Διπλό και ίσως τριπλό σύστημα με ηλικία μικρότερη από 300.000 έτη, απέχει από τη Γη περί τα 500 έτη φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- «Ζωηροί» πρωτοαστέρες και νεαροί αστέρες είναι ακόμα οι DG Tau B, με περιαστρικό δίσκο και νεφέλωμα ανακλάσεως, GG Ταύρου (νεαρό τετραπλό σύστημα ηλικίας 1,5 εκατομ.ετών, ο ένας αστέρας του οποίου θα γίνει φαιός νάνος, αφού έχει μόλις 0,04-0,05 της μάζας του Ήλιου), HK Ταύρου (διπλό σύστημα ηλικίας 500 χιλιάδων ετών), HL Ταύρου (πρωτοαστέρας ηλικίας «μόνο» 100 χιλιάδων ετών περίπου), MT Ταύρου (ηλιακού φασμ.τύπου αλλά με υπερεκλάμψεις πλάτους 0,7 μεγέθους), XZ Ταύρου (διπλό σύστημα νεαρών αστέρων με διαχωρισμό 40 AU που περιβάλλεται από εκτεινόμενη φυσαλίδα αερίου διαμέτρου σήμερα περίπου 600 AU) και V773 Ταύρου (τύπου T Tau με εκλάμψεις ακτίνων Χ 10.000 φορές ισχυρότερες των ηλιακών και μεγάλες αστρικές κηλίδες, φωτομετρικά αντιληπτές).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Το νεφέλωμα M1 (το πρώτο στον κατάλογο του Μεσιέ, «Μ») είναι το γνωστότερο ίσως υπόλειμμα υπερκαινοφανούς, με διαδεδομένο σε ελληνικές πηγές και ιστοσελίδες το παραπλανητικό όνομα «Νεφέλωμα του Καρκίνου» (αφού βρίσκεται στον Ταύρο και όχι στον αστερισμό Καρκίνο), μετάφραση του &amp;quot;Crab Nebula&amp;quot;. Αντιστοιχεί στον παρατηρηθέντα από τους Κινέζους υπερκαινοφανή του 1054 μ.Χ. και στο κέντρο του ανακαλύφθηκε ο πάλσαρ-αστέρας νετρονίων, υπόλειμμα του νεκρού αστέρα. Οι διαστάσεις του νεφελώματος είναι 11 επί 8 έτη φωτός, έχει φαιν.μέγεθος 8,4 και απέχει από τη Γη 6.400 έτη φωτός. Ο πάλσαρ (PSR 0531+21, &amp;quot;Crab Pulsar&amp;quot;) έχει φαιν.μέγεθος 16, ιδία κίνηση (18±3)΄΄/έτος και περίοδο περιστροφής 33,1 msec (χιλιοστά του δευτερολέπτου), που αυξάνεται με ρυθμό 0,0133 msec/έτος. Το μαγνητικό πεδίο στην επιφάνειά του έχει μαγνητική επαγωγή 400 εκατομμύρια Tesla.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ο ανώμαλος γαλαξίας II Zw 23 απέχει από τη Γη 570 εκατομμύρια έτη φωτός.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>RAPHAIL</name></author>
	</entry>
</feed>